23 Ιανουαρίου 2014

Η πραγματικότητα όπως είναι

Η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση. Ακόμη κι αν – στο καλύτερο σενάριο – η χώρα έπαιρνε χρήματα χωρίς καμία απαίτηση από τους δανειστές (τζάμπα πράγμα δηλαδή), η χώρα, η οικονομική της δομή, το παραγωγικό της μοντέλο, δεν ήταν ικανά να την κάνουν να ζήσει αξιοπρεπώς. Ακόμη και τότε θα έπρεπε να οδηγηθούμε από μόνοι μας σε βαθιές τομές, όχι μόνο της δημόσιας διοίκησης, αλλά και του παραγωγικού ιστού. Θα έπρεπε δλδ ακόμη και τότε να βγάζουμε τόσα ώστε και να πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας, αλλά και να ταϊστεί ο κοσμάκης. Κι αυτό θα σήμαινε επίσης δάκρυα και πόνο για κάποιους. Πιθανόν όχι για όλους, αλλά σίγουρα κάποιοι θα ήταν στα κάγκελα.

Ήταν τα μνημόνια η απάντηση στην κρίση; Ο χρόνος αποδεικνύει πως όχι, αν και δεν χρειαζόταν να περιμένουμε τον χρόνο. Από την αρχή όλα τα μακροοικονομικά μοντέλα (που αναγνωρίζουν την επίδραση των κοινωνικών διαρθρώσεων, την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και την παραγωγική δομή μιας χώρας) έδειξαν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή με αυτόν τον τρόπο θα οδηγούσε σε σπιράλ ύφεσης, μπαράζ αντικοινωνικών εκδηλώσεων, αποδιάρθρωση της όποιας παραγωγής, διάλυση του κοινωνικού ιστού, κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Ο συνδυασμός των ενδογενών χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας και των εξωγενών ιδεολογικών αγκυλώσεων από ΕΕ και ΔΝΤ φαινόταν από την αρχή ότι ήταν ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία που ζει την κρίση όχι μόνο με έντονο τρόπο, αλλά και με έναν αξιοσημείωτο ανορθολογισμό και μηδενισμό, το δισεπίλυτο αυτό πρόβλημα γίνεται ακατόρθωτο εμπόδιο. Έτσι αναπτύχθηκαν όλες οι ακραίες εκφάνσεις της πολιτικής διαμαρτυρίας και κυρίως οι εύκολες και ανέξοδες ρητορικές, οι αναζητήσεις για τους υπεύθυνους για το κακό μας χάλι στους ξένους, η αμετροέπεια, η έλλειψη σεβασμού στον άλλον, οι θολωμένες σκέψεις, τα άλματα στην πολιτική επιχειρηματολογία, ο μεσσιανισμός.

Είχαν τα μνημόνια καλά πράγματα; Αναμφισβήτητα ναι. Και τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις, και ευρωπαϊκές μεθοδολογίες, και κατευθύνσεις για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα (πχ σύστημα εισροών – εκροών).

Ήταν όμως αυτός ο κεντρικός πυρήνας των μνημονίων; Αναμφισβήτητα όχι. Ο κεντρικός πυρήνας εντασσόνταν στην λογική της εσωτερικής υποτίμησης χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τα όρια της κοινωνικής αντοχής, χωρίς δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους, με αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσω απορυθμίσεων στις εργασιακές σχέσεις και μείωση του εργατικού κόστους. Ακόμη και η εξίσωση του φόρου πετρελαίου δεν έγινε για να παταχθεί η φοροδιαφυγή (γιατί αν ήταν αυτός ο σκοπός τότε το σύστημα εισροών-εκροών θα έμπαινε και στα διυλιστήρια και στο ναυτιλιακό πετρέλαιο), αλλά για να μειωθούν οι εισαγωγές πετρελαίου και να αλλάξει το εμπορικό ισοζύγιο. Οι μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες για την χώρα ποτέ δεν προχώρησαν και όσες έγιναν με πολύ αργά βήματα διαβρώθηκαν από δεκάδες “παραθυράκια”.

Υπήρχε άλλη λύση; Μέχρι στιγμής, 3,5 χρόνια μετά το Καστελόριζο, κανένας δεν έχει προτείνει εναλλακτική, ρεαλιστική λύση που να γειώνεται με την πραγματικότητα και τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη. Σ' αυτό δεν φταίει μόνο η αδυναμία μας να ξεπεράσουμε αυτό που ζούμε – το οποίο είναι έντονο και καταλυτικό στη διαχείριση των σκέψεών μας – αλλά και η πλήρης έλλειψη γνώσης και απαραίτητης δόσης ρεαλισμού και σύνδεσης με τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Ακόμη και πριν την κρίση είμασταν ένα κράτος που δεν εξέπεμπε ευρωπαϊσμό, αλλά έναν ιδιότυπο εσωστρεφή και επαρχιωτικό κορπορατισμό. Με ομάδες συμφερόντων που πίεζαν το κράτος για προσπορισμό του δημοσίου χρήματος, με πλήρη αναποτελεσματικότητα των μεταβιβαζόμενων πόρων στο κράτος πρόνοιας, με νοοτροπία εύκολου πλουτισμού με την ελάσσονα προσπάθεια, με παραγωγική δομή τόσο διαφορετική σε σχέση με τα άλλα κράτη της ΕΕ. Τώρα ακόμη περισσότερο στο συλλογικό φαντασιακό ζούμε στην απομόνωση και την αυταρέσκεια του νεοελληνικού brutal τύπου.

Τι μας μένει; Μετά το τέλος των μνημονίων μας περιμένουν τρία χρόνια όπου οι στόχοι του προγράμματος για το πρωτογενές πλεόνασμα φαντάζουν εξωπραγματικοί. Δεν μας μένει παρά να διεκδικήσουμε – στο βαθμό που μπορούμε – καλύτερους όρους για την επόμενη κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού. Η ελπίδα θα ήταν, αυτή η διεκδίκηση να πραγματοποιηθεί με κοινή εσωτερική συμφωνία. Δύσκολο όμως, ιδιαίτερα όταν έχεις ανεβάσει τον πύχη πολύ ψηλά. Και τον πύχη τον ανεβάσαν όλοι. Δεν μας μένει επίσης, παρά να σοβαρευτούμε, να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να ήταν, να αλλάξουμε, να προσπαθήσουμε, να εμπνεύσουμε και να εμπνευστούμε, να προστατεύσουμε όσους πεινάνε, να μετασχηματίσουμε την παραγωγή της χώρας, να γίνουμε πιο δημοκράτες, να διαλύσουμε καθεστηκύιες αντιλήψεις, να γίνουμε πιο γήινοι, πιο αληθινοί.

12 Νοεμβρίου 2013

Πολιτική αφέλεια;



Κάθε φορά που ο μικρός μου γιος με παίρνει τηλέφωνο ο διάλογος είναι συγκεκριμένος:
«Μπαμπά, μπαμπά….»
«Τι είναι αγόρι μου;»
«Μπαμπά, ιιιιιιιιιιιιιιιιι!»
Μόνο εγώ μπορώ να μεταφράσω αυτή την φρασούλα. Ξέρω ότι μου λέει ένα υπέροχο σ’ αγαπώ. Ξέρω επίσης ότι οι πολλοί αδυνατούν να καταλάβουν το μήνυμα του παιδιού. Έτσι ακριβώς όπως και στην κοινωνία. Πολλά μηνύματα εκπέμπονται, λίγα είναι αυτά που καταρχάς μπορούν να μεταφραστούν και κατόπιν να κατανοηθούν. Ζούμε στην εποχή της κρίσης σαν χαμένοι στη μετάφραση.

Είναι αναμφισβήτητο πια, ότι δεν υπάρχει ομαλή διέξοδος από την κρίση. Όποιος το υπερασπίζεται πλέον αυτό, το πιο πιθανό και το λιγότερο επώδυνο είναι,  να είναι αφελής μπροστά στην έκταση της πραγματικότητας. Δεν μπορεί να βρεθεί εύκολη λύση για τη χώρα και τις ανάγκες της. Το ζήτημα πια δεν είναι αυτό.
Σε κάθε κρίση πάντα υπάρχουν κάποιοι που πληρώνουν το μάρμαρο. Το στοίχημα για τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις είναι το ποιος πληρώνει την κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, εκ διαμέτρου αντίθετο με ότι συνέβηκε στη χώρα μας, είναι η αντιμετώπιση της υπερέκθεσης των βρετανικών τραπεζών στα αμερικάνικα subprime δάνεια από την κυβέρνηση του – κατά των εγχώριων επαναστατών – νεοφιλελεύθερου Gordon Brown. Ο Brown προχώρησε σε εθνικοποιήσεις τραπεζών και ανακεφαλαιοποίηση με μεγάλο τίμημα να πληρώνεται από τους τραπεζίτες. Στη χώρα μας το μάρμαρο πληρώνεται από τα ελάσσονα και αδύναμα στρώματα της κοινωνίας.
Η εφαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης, παρά του ότι διαφημιζόταν ως η μοναδική λύση σε ένα νομισματικό περιφερειακό ολοκλήρωμα, μπορεί να έδωσε δείκτες σε θετική κατεύθυνση αλλά δημιούργησε ανθρωπιστική κρίση, τεράστιο παραγωγικό κενό, υστέρηση καινοτομίας και τεχνολογίας, brain drain. Αύξησε την ανταγωνιστικότητα μόνο στο επίπεδο των μισθολογικού κόστους (wage-based competitiveness), ενώ οποιοσδήποτε άλλος διαρθρωτικός ή τεχνολογικός εκσυγχρονισμός που θα λειτουργούσε προσθετικά στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συντρίφτηκε ανάμεσα στην αδιαθεσία του πολιτικού συστήματος και στα πελατειακά δίκτυα. Λάτρεις της ακινησίας και οι «μνημονιακοί» και οι «αντιμνημονιακοί».
Σε αυτήν την κατάσταση αναπτύσσεται και προσπαθεί να πάρει σάρκα και οστά ένας ιδιότυπος συναινετικός κεντρισμός. Ένας σουρεαλιστικός μεταρρυθμιστικός οργασμός που έχει πάψει να αναγνωρίζει τις κοινωνικές συγκρούσεις ως υπαρκτές και φυσικά δεν τις αναγνωρίζει και ως κινητήριους μοχλούς για την κίνηση της κοινωνίας. Εθελοτυφλεί μπροστά στην επανατοποθέτηση των οικονομικών συμφερόντων για τη νομή του δημόσιου χρήματος – όσο υπάρχει αυτό. Αδιαφορεί για την πραγματική εμβάθυνση της δημοκρατίας που στηρίζεται στην εκπόνηση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων για τη δόμηση της κοινωνίας. Εξορίζει στην μεταφυσική τον αγώνα για την εξουσία και την ηγεμονία.
Αυτή η μεταρρυθμιστική «σούπα» - που εκτείνεται από τη ΔΡΑΣΗ μέχρι τη ΔΗΜΑΡ περνώντας από το αναπόφευκτο ΠΑΣΟΚ – στερεοποιείται σε κάποιους κοινούς τόπους:
Α) Αποδοχή της αναγκαιότητας των μεταρρυθμίσεων. Φυσικά χωρίς καμία εξειδίκευση, χωρίς επεξεργασία για την κοινωνική αποδοχή, χωρίς – κυρίως – την ένταξη της μεταρρύθμισης σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Γιατί η μεταρρύθμιση ως εργαλείο, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ιδεολογική πλατφόρμα και χάνει την χρήσιμη εργαλειακότητά της. Ακόμη και το περίφημο ρεφορμιστικό αριστερό κίνημα ενέτασσε τη μεταρρύθμιση σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο για τη δόμηση της κοινωνίας. Στην σημερινή εποχή, αυτή η «σούπα» ξεπερνάει υπαρκτές διαχωριστικές γραμμές ταυτίζοντας πολλές φορές (αφελώς?) την αναγκαία μεταρρυθμιστική προοπτική της χώρας με τη δεξιά ατζέντα του Σαμαρά.
Β) Αποδοχή των καταναγκασμών και των πιέσεων του διεθνούς πλαισίου της παγκοσμιοποιημένης αγοράς χωρίς καμία κριτική διάθεση. Στη λογική του «αφού έτσι είναι τι να κάνουμε» δεν εισάγεται στην συζήτηση καθόλου το θέμα του πολιτικού ελέγχου ή των ρυθμίσεων στις παγκόσμιες ροές του κεφαλαίου. Κάτι που - όσο κι ακούγεται παράξενο είναι υπαρκτό – το θέτουν με σαφήνεια οικονομολόγοι και πολιτικοί από όλο το φάσμα.
Γ) Σαφής επιλογή υπέρ του ιδιωτικού – επιχειρηματικού και πλήρης ταύτιση με τη θεωρία των «αποτελεσματικών αγορών». Η κρίση δεν δίδαξε σε κανέναν από αυτούς που υπερασπίζονται αυτή τη θεώρηση ότι οι αγορές εξακολουθούν να διαμορφώνονται από κατεστημένα συμφέροντα, οι παίκτες δεν είναι πάντα ορθολογικοί, ότι οι αγορές δεν αυτοδιορθώνονται, ότι η απασχόληση δεν αποκαθίσταται αυτομάτως και ότι ένας απορυθμισμένος καπιταλισμός απούσας κυβέρνησης διαλύει τον κοινωνικό ιστό και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Μπορεί οι αγορές να συμβαδίζουν με το δημόσιο συμφέρον, αλλά δεν είναι δυνατό να ταυτίζονται αυτομάτως μαζί του. Από την χρήσιμη όσο και αναγκαία κριτική απέναντι στον κρατικό καπιταλισμό δεν μπορούμε να περάσουμε απνευστί στην πλήρη φιλελευθεροποίηση της αγοράς.
Δ) Δεν υπάρχουν δεξιές και αριστερές απαντήσεις για τα ερωτήματα που επιτακτικά μας βάζει η κρίση. Αυτή η αντίληψη φτάνει μέχρι το να ειπωθεί ότι δεν υπάρχουν αριστερές και δεξιές λύσεις για την ανεργία. Κι έτσι φτάνουμε σε μια άρνηση του δυισμού της νεωτερικότητας. Απορρίπτεται με αυτό τον τρόπο η μάχη των σοσιαλιστών για το τέλος της εκμετάλλευσης, των ανισοτήτων, των προνομίων. Απορρίπτονται με αυτή τη βλακώδης αποστροφή στοχαστές του revision και του reform. Απορρίπτεται ακόμη και ο Bobbio και ο Κάρλο Ροσέλι που υποστήριζε ότι φιλελεύθερος σοσιαλισμός σημαίνει μεταρρύθμιση της κοινωνίας με τέτοιο τρόπο ώστε οι πολίτες να μετατραπούν σε αυθεντικά υποκείμενα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Γίνεται σαφές ότι κάθε απόπειρα πολιτικής εκπροσώπησης, είτε από αριστερά, είτε από δεξιά, είτε από κεντροαριστερά έχει ανάγκη από μια αφήγηση, ένα κοινό αξιακό πλαίσιο κι ένα πρόταγμα, μια κοινωνική αντιστοίχηση.
Η αφήγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει άξονες για την ύστερη μνημονιακή Ελλάδα. Πως θέλουμε να είναι δομημένη, τι κράτος θέλουμε, ποια η θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, ποια θα είναι η αγορά εργασίας, ποια θα είναι η σχέση αγορών και κράτους, θα συντηρηθούν ή όχι προνόμια που προκαλούν ανισότητες, θα υπάρξει θεσμικός πειραματισμός και κοινωνική διαβούλευση, πόσο δημοκρατικές θα είναι οι λειτουργίες της κοινωνίας. Αυτά είναι ερωτήματα που σκιαγραφούν την αφήγηση για το μετά.
Το κοινό αξιακό πλαίσιο δεν μπορεί να μην απαντάει στην προοδευτική ή συντηρητική υπέρβαση της μεταπολίτευσης. Παλαιοδεξιά οπτική του νόμου και της τάξης ή πολιτικός και κοινωνικός φιλελευθερισμός, υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και πολιτιστικός πλουραλισμός; Ένας κατ’ επίφαση ρεαλισμός που οδηγεί στη θεωρία των άκρων ή ένας ριζοσπαστικός πραγματισμός που αναδεικνύει τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις των κοινωνικών δρώντων;
Όσο αφορά την κοινωνική αντιστοίχηση είναι σαφές πια. Δεν έχει λόγο υπάρξης κανένας πολιτικός σχηματισμός αν δεν τον έχει ανάγκη η κοινωνία. Και για να τον έχει ανάγκη θα πρέπει και να διαβάζει την πραγματικότητα ως έχει, αλλά και να απαντάει στις ερωτήσεις που τίθενται.
Σε μια τέτοια βάση δεν χωράνε αποκλεισμοί. Δεν χωράνε αποκλεισμοί για την πολιτική εκπροσώπηση του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Δεν αποκλείονται οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής του Περάματος. Δεν αποκλείονται οι άνεργοι της Βιομηχανικής Ζώνης της Σίνδου. Δεν αποκλείονται οι ντιλιβεράδες και οι εργαζόμενοι με μαύρη εργασία. Δεν αποκλείεται η νέα γενιά. Δεν αποκλείονται οι επιχειρηματίες που με πόνο ψυχής βάζουν λουκέτο στις επιχειρήσεις τους. Δεν αποκλείεται το λαϊκό, το ανθρώπινο, το αληθινό. Δεν αποκλείεται η ντομπροσύνη, η ειλικρίνεια, το ευθύ βλέμμα.

Στα παιδιά μας διδάσκουμε να μην παίρνουν βεβιασμένες αποφάσεις. Να ρισκάρουν χωρίς όμως να κάνουν αβέβαιες και ανεύθυνες κινήσεις. Να επενδύουν στο μακροπρόθεσμο και όχι στο βραχυπρόθεσμο. Εμείς γιατί θα πρέπει να συμπεριφερθούμε ως πολιτικά νήπια;

Αντώνης Μιχαλάκης
Χημικός – Ιδ. Υπάλληλος
Μέλος ΚΕ της ΔΗΜΑΡ

10 Ιουνίου 2013

Μερικές σκέψεις για τις δημοτικές εκλογές του 2014

Πλησιάζει η ώρα των αυτοδιοικητικών εκλογών και οι κουβέντες, οι συναντήσεις και οι συσκέψεις έχουν ανάψει για τα καλά. Όλοι συζητούν με κάποιους, άλλοι παραγοντίζουν για μια ακόμη φορά, κάποιοι ονειρεύονται περασμένα μεγαλεία. Η ρευστότητα, η αναζήτηση και αναπροσανατολισμός είναι χαρακτηριστικά δείγματα της υπάρχουσας κατάστασης. Ταυτόχρονα η επιβίωση, άλλοτε ο ρεβανσισμός και ιδιαίτερα η χορήγηση ταυτότητας σημαδεύουν αυτές τις διεργασίες. Τα ερωτήματα είναι υπαρκτά αλλά οι απαντήσεις δεν αναζητούνται. Αντίθετα στο ίδιο έργο θεατές οι πολίτες, με πρωταγωνιστές που μηρυκάζουν τσιτάτα ή χιλιοειπωμένες σκέψεις και ιδέες. Το καινούριο άραγε αργεί;
Χωρίς να θέλω να θέλω να το “παίξω” ειδήμονας ή σωτήρας καταθέτω μερικές σκέψεις για τις δημοτικές εκλογές.

α) Η κριτική που ασκείται στον Καλλικράτη αποπνέει μια μηδενιστική χροιά. Στην λογική ότι έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα – που σαφώς και υπάρχουν – τίθεται συνολικό πλαίσιο άρνησης της έννοιας της διοικητικής μεταρρύθμισης. Πολλές φορές ακόμη και στο όνομα μιας νεφελώδους αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας. Χωρίς εμπεριστατωμένη ανάλυση για το τι έγινε, το τι φταίει και το πως θα διορθώσουμε τα κακώς κείμενα. Η αναγκαιότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι να χαρακτηριστεί ο Καλλικράτης μνημονιακός νόμος και να γλυτώσουμε από την απαίτηση διατύπωσης διορθωτικών λύσεων. Η αναγκαιότητα έγκειται στο γεγονός της ανάπτυξης υγιών μεταρρυθμιστικών προτάσεων για την ευρυθμότερη και δημοκρατικότερη λειτουργία του Καλλικράτη, μακριά από τοπικισμούς, εφήμερους μικροπολιτικούς καιροσκοπισμούς και μηδενισμούς.

β) Η κεντρική πολιτική σκηνή και φυσικά η νέα κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από την συζήτηση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Προφανώς και τα νέα οικονομικά δεδομένα δημιουργούν καταστάσεις ασυμφιλίωτες με τις περισσότερες γενιές. Μπορεί όμως η κεντρική πολιτική διαμάχη να μεταφερθεί αυτούσια στην ΤΑ; Η πλήρης μεταφορά της και η σχηματοποίηση ανάμεσα σε “μνημονιακές” και “αντιμνημονιακές” παρατάξεις εξοβελίζει την ανάγκη για σύνθεση, δημιουργία και προώθηση νέων εναλλακτικών αξιόπιστων προτάσεων. Ταυτόχρονα το έντονο προσωπικό στοιχείο που εναποτίθεται σε κάθε αυτοδιοικητική κίνηση αναιρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τις “διαχωριστικές γραμμές” της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Αντίθετα η άρνηση της κεντρικής πολιτικής διαμάχης οδηγεί σε αποστειρωμένο λόγο και αποστεωμένες πρακτικές. Η ένταξη των σημερινών αναγκαιοτήτων στον αυτοδιοικητικό λόγο για να είναι αποτελεσματική και υπεύθυνη χρειάζεται πρωτοποριακή αντίληψη, ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, σύνθεση του μεγάλου με το μικρό, απεγκλωβισμό από διχαστικές αντιλήψεις, κοινωνική γείωση και πολιτική απογείωση. Κοινώς να οριστούν νέοι δρόμοι επαναπροσδιορισμού του αυτοδιοικητικού κινήματος.
γ) Τα τοπικά κινήματα πόλης πάντα λειτούργησαν ως φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης των δρώντων. Υπήρξαν βέβαια και λεκτικοί ακροβατισμοί και “φευγάτα” αιτήματα. Εντούτοις δεν μπορεί να παραγνωριστεί η σημασία τους στην ενδυνάμωση της δημοκρατίας, δεν μπορεί όμως και από την άλλη να αγιοποιηθεί ο ρόλος τους. Τα αιτήματα των κινημάτων πόλης είναι καλό να εντάσσονται όχι αυτούσια, αλλά επεξεργασμένα σε ένα γενικότερο πλαίσιο θέσεων και προτάσεων μιας δημοτικής παράταξης που θέλει να έχει σχέση με αυτά. Ο πολιτικός φορέας δηλαδή είναι αναγκαίο να αποκωδικοποιεί, να ενσωματώνει, να προωθεί και να μετασχηματίζει τα αιτήματα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους μιας αυτοδιοικητικής πολιτικής.

δ) Στις στενές οικονομικές συνθήκες που είναι αποτέλεσμα της ευρύτερης οικονομικής κρίσης, ο ρόλος της αυτοδιοίκησης χρειάζεται άμεσο επαναπροσδιορισμό. Εάν δεχτούμε ότι είναι ο πιο κοντινός φορέας άσκησης πολιτικής στον πολίτη, τότε ο αναπροσανατολισμός από τα μεγάλα έργα στην δημιουργία ενός δικτύου κοινωνικής ασφάλειας φαντάζει ως η ενδεδειγμένη λύση. Άρα η επόμενη δημοτική αρχή πρέπει να προσδιορίσει τους τρόπους άσκησης κοινωνικής πολιτικής μεταφέροντας – όπου και όπως μπορεί – πόρους.

ε) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να επιζήσει σε ένα περιβάλλον που σχηματικά θα λέγαμε ότι είναι “περιβάλλον χωρίς φράγκα”. Η υποχρέωση ενός ΟΤΑ να έχει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σημαίνει ότι με συγκεκριμένη κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να κατανείμει τα έξοδα, αλλά και να αναπροσανατολίσει τα έσοδα, προς όφελος των περισσοτέρων. Δεν αρκεί να έχουμε μόνο μια διεκδικητική δημοτική αρχή που θα αναγάγει τη σύγκρουση με την κεντρική εξουσία για διεκδίκηση περισσότερων πόρων (από που άραγε;) σε μανιφέστο πολιτικής. Χρειάζεται να έχουμε μια δημοτική αρχή που θα χρησιμοποιήσει όλα τα σύγχρονα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής, προσέλκυσης επενδύσεων, ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Στην ουσία χρειάζεται μια δημοτική αρχή που δεν θα σηκώνει μόνο την γροθιά αλλά θα έχει εναλλακτικές προτάσεις. Εάν η μέχρι τώρα αντίληψη ήταν “κάνω ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και το έλλειμμα το καλύπτω είτε με δάνεια, είτε με αύξηση της κρατικής επιχορήγησης”, αυτό πρέπει να αλλάξει. Ένας υγιής δήμος προσφέρει ίσες, ποιοτικές υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, με το λιγότερο δυνατό κόστος και την μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα.

στ) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να εργαστεί προς την κατεύθυνση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος για την περιοχή. Λαμβάνοντας υπόψη της όλες τις οικονομικές, τεχνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για ένα τέτοιο εγχείρημα, χρειάζεται να προωθήσει νέες ιδέες για την πόλη. Η έννοια του city branding, η θεσμοθετημένη κοινωνική οικονομία μέσω της οποίας μπορεί να αυξηθεί η απασχόληση (πχ. Οι περιαστικοί καλλιεργητές του Καρατάσιου θα μπορούσαν να ήταν θεσμικά προφυλαγμένοι αν εντασσόταν ως φορέας του Δήμου), η προσέλκυση άμεσων επενδύσεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας (incubators), η εκμετάλλευση του μεγάλου οικοδομικού κεφαλαίου που προέκυψε από την αποβιομηχάνιση των καπνομάγαζων, ο σχεδιασμός και η ρυμοτόμηση βιοτεχνικών ζωνών (κυρίως μεταποιητικών μονάδων) με συγκεκριμένες υποδομές και αδειοδοτήσεις (ώστε να σταματήσει και το φαινόμενο των παράνομων χυτηρίων), ο συνδυασμός πολιτισμού-περιβάλλοντος είναι μόνο μερικές από αυτές τις ιδέες.

ζ) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να υπερασπιστεί το δημόσιο χώρο με γνώμονο το συμφέρον των πολιτών. Ταυτόχρονα να σπάσει πελατειακά αποστήματα που ξεκινούν από τις σχέσεις με διάφορα εργολαβικά συμφέροντα (ας δούμε λίγο πως εξελίχθηκε η αστικοποίηση και η ανοικοδόμηση στην Νικόπολη και την Ευκαρπία) και καταλήγουν σε σχέσεις πάτρωνα – πελάτη.

Μια νέα δημοτική αρχή αυτού του είδους δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια νέα δημοτική παράταξη. Μία μεγάλη, εναλλακτική, αξιόπιστη παράταξη. Με ηθικά ακέραιους ανθρώπους, γνώστες, αφοσιωμένους, νέους. Που δεν θα πετούν στα σύννεφα, αλλά και τα σύννεφα δεν θα σκοτεινιάζουν το βλέμμα τους. Που θα γνωρίζουν ότι το καινούριο δεν προκύπτει από παρθενογένεση αλλά μέσα από μετασχηματισμούς, ανταλλαγές απόψεων, ενσωμάτωση νέων ιδεών και πρακτικών, μετουσιώσεις. Που ήδη γνωρίζουν ότι το καλό και το σωστό δεν είναι το αρεστό. Μια τέτοια δημοτική παράταξη είναι αναγκαία και χρήσιμη.

24 Απριλίου 2012

Δεν μας αρμόζει...


Οι εκλογές της 6ης Μαΐου είναι πραγματικά κρίσιμες. Μια πολυεπίπεδη κρίση οικονομίας, θεσμών και αξιών μαστίζει τη χώρα. Το σπιράλ ύφεσης και ανεργίας διαλύει την κοινωνική συνοχή. Το παλιό κομματικό σύστημα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Η χώρα πρέπει να αφήσει πίσω το παθογόνο μοντέλο των διάχυτων νοοτροπιών χαμηλής απόδοσης, μειωμένης κοινωνικής ευθύνης, ατομικού σφετερισμού του δημόσιου χώρου και των πόρων μελλοντικών γενεών. Η δανεική ευδαιμονία ήρθε στο τέλος της.

Είναι ανάγκη να προχωρήσουμε στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο. Είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα.

Η Δημοκρατική Αριστερά πιστεύει πως υπάρχει επιλογή για μια άλλη Ελλάδα, μακριά από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Για μια Ελλάδα που παράγει, που ενισχύει τους νέους ανθρώπους, που στηρίζει τις νέες ιδέες. 
 
- Με διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο με αναδιάρθρωση του πρωτογενούς και ενίσχυση του δευτερογενούς τομέα,
- Mε σύγχρονο, αποτελεσματικό και επιτελικό κράτος μακριά από εκδουλεύσεις και πελατειακές σχέσεις,
- Mε δίκαιη κατανομή των βαρών,
- Mε ριζοσπαστικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα με στόχο την δημοκρατική εμβάθυνση και τη συμμετοχή του πολίτη,
- Mε σαφές και σταθερό φορολογικό σύστημα,
- Mε σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Η χώρα έχει τις αντικειμενικές δυνατότητες όχι μόνο να αποφύγει την κατάρρευση, αλλά να
κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου.
Η Δημοκρατική Αριστερά διατυπώνει μια διαφορετική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης. Ανοίγει νέους δρόμους δημιουργικής υπέρβασης και φυγής προς τα μπρος. Επικεντρώνει σε άμεσες λύσεις που μπορούν να διεκδικηθούν στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Δείχνει τον δρόμο της ενεργούς παρέμβασης στη ροή των πραγμάτων για την αλλαγή της πορείας τους προς προοδευτική κατεύθυνση.

Δεν μας αρμόζει μια κοινωνία διαλυμένη. Δεν μας αρμόζει μια νέα γενιά χωρίς όνειρα.
Δεν μας αρμόζει ένας λαός χωρίς αισιοδοξία.
Γνωρίζουμε τα λάθη, γνωρίζουμε τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης, γνωρίζουμε τις ανάγκες της συγκυρίας. Με πρόταση και πρόγραμμα διεκδικούμε την ριζική ανατροπή και την αλλαγή πορείας της χώρας. Χρέος μας ο διαρκής αγώνας. Στόχος μας η νίκη


17 Απριλίου 2012

Ανάπτυξη: Λόγια κενού νοήματος;


Αν ο κύκλος των συζητήσεων για τις επιπτώσεις των Μνημονίων καλά κρατεί, ένας νέος κύκλος ανοιγει επιτακτικά για τη χώρα. Μπροστά στο σπιράλ ύφεσης, πληθωρισμού, χρέους, ελλειμμάτων αντιπαρατίθεται πλέον το ερώτημα της αναπτυξιακής διαδικασίας. Όμως το ερώτημα παραμένει αποκαμωμένο από απαντήσεις δύστοπες χωρίς εννοιολογική υπόσταση. Μεταφέρεται έτσι στο διηνεκές μια συζήτηση που πρέπει να είναι και άμεση χρονικά αλλά και να προηγείται στην ακολουθούμενη πρακτική πολιτική.

Τι σημαίνει ανάπτυξη; Ανάπτυξη είναι η βελτίωση της παραγωγής πλούτου από τους οικονομικούς συντελεστές. Σχηματικά η αύξηση του εγχώριου παραγόμενου προϊόντος σημαίνει ότι είμαστε σε αναπτυξιακή διαδικασία. Και το ερώτημα τίθεται επί τάπητος: σε αναπτυξιακή ή σε μεγεθυντική;

Για να βελτιώσει μια χώρα το παραγόμενο προϊόν υπάρχουν δύο βασικοί δρώντες. Το δημόσιο ή αλλιώς η επιχειρηματικότητα του δημοσίου και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε μια εποχή όπου βασική συνισταμένη όλων των πολιτικών είναι η μείωση των ελλειμμάτων, των δαπανών του δημοσίου, και συνακόλουθα του δημόσιου χρέους, η όποια συζήτηση περί προγράμματος δημοσίων επενδύσεων καθίσταται αυτομάτως ιδιαίτερα προβληματική. Μόνο σε περιπτώσεις συνέργειας με την ΕΕ θα μπορούσε το ελληνικό δημόσιο να συμμετάσχει σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, κυρίως όμως σε προγράμματα και έργα που άπτονται υποδομών της χώρας. Έτσι το ΕΣΠΑ σε συνεργασία με την Task Force αλλά και Περιφερειακοί Σχεδιασμοί κυρίως προσανατολίζονται σε κατασκευαστικά μεγάλα έργα τα οποία κοστίζουν, συνεισφέρουν βεβαίως με θέσεις εργασίας και πρόσκαιρη αύξηση του πλούτου αλλά με εξαιρετικά μικρό συντελεστή απόδοσης (πχ. Για την επέκταση του μετρό της Αθήνας στον Πειραιά κοστολογείται ένα ποσό των 600 εκατ. Ευρώ για 2000 νέες θέσεις εργασίας. Δηλ. Μία θέση κοστίζει 300000 ευρώ).

Από τη νέα δανειακή σύμβαση των 130 δις ένα κομμάτι κατευθύνεται για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους προμηθευτές του. Η λογική λέει ότι η διοχέτευση ζεστού χρήματος στην αγορά αναθερμαίνει την οικονομική δραστηριότητα και προοιωνίζει θετικούς ρυθμούς για την ανάπτυξη. Η λειτουργία της αγοράς όμως διέπεται έντονα από τυχαιότητα αλλά και από παράγοντες πρόσκαιρης ωφελιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι λαμβάνοντας τα χρήματα οι προμηθευτές του Δημοσίου δεν είναι απαραίτητο ότι θα τα ξαναδιοχετεύσουν στην αγορά ενισχύοντας τη κίνησή της (πιθανόν ένα σημαντικό τμήμα να ξαναμπεί, όμως στην κατάσταση που είμαστε πρέπει να μπουν όλα). Συνεπώς είναι απαραίτητη μια παρεμβατική δράση μέσω κινήτρων, δράσεων και ενός πλαισίου για την επαναδιοχέτευση των χρημάτων.

Επίσης από το πακέτο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών είναι σαφές ότι το ζεστό χρήμα που θα πάρουν οι τράπεζες θα μπορούσε να επιδιωχθεί να οδηγηθεί στη ρευστότητα της αγοράς. Οι τράπεζες όμως το πιο πιθανό είναι να επιλέξουν ασφαλείς χρηματοροές. Π.χ ΔΕΗ, ΟΤΕ και κατασκευαστικά. Κι εδώ με παρεμβάσεις θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική κατεύθυνση.
Γιατί είναι όμως αναγκαία μια διαφορετική στόχευση της ρευστότητας; Ή να το πούμε αλλιώς, που θα τοποθετούνε τα λεφτά για να έχουμε όχι πρόσκαιρες και μικρές αποδόσεις σε αναπτυξιακό επίπεδο αλλά μεσομακροπρόθεσμα και μεγάλες αποδόσεις; Αν υπολογίσουμε δε και την προσπάθεια για αυξημένη ρευστότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών που έκανε η ΕΚΤ με τη χορήγηση 1 τρις με τις δύο επιχειρήσεις τριετούς δανεισμού, χωρίς αποτέλεσμα μιας και η κρίση εξαπλώνεται σε Ισπανία και Ιταλία, τότε τίθεται σε βαθιά αμφισβήτηση το επιχείρημα της τόνωσης της οικονομίας με ζεστό χρήμα.

Έχω την εκτίμηση ότι από αυτή την επιλογή – δηλαδή το ποια κατεύθυνση θα επιλεγεί για την στόχευση της ρευστότητας – θα δημιουργηθεί, σε πρωτόλεια μορφή βέβαια, το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Άρα είναι σημαντική η επιλογή για το που θα πάνε τα όποια λεφτά διοχετευτούν στην αγορά. Ο στόχος πρέπει να είναι η αλλαγή του χαρακτήρα της ανάπτυξης με προτεραιότητα σε δραστηριότητες με μεγάλο εισοδηματικό πολλαπλασιαστή και ιδιαίτερα σε τομείς διεθνώς εμπορεύσιμους.

Η Αριστερά που ονειρευόμαστε...


Η Αριστερά που ονειρευόμαστε έχει ως ένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά την επικοινωνία, το συνεχή διάλογο με την κοινωνία. Όχι απλώς με μια εργαλειακή χρήση αλλά με μια βαθύτερη εμπιστοσύνη στις κοινωνικές δυνάμεις.

Επιδιώκουμε την αμφίδρομη σχέση του κόμματος μας με τους πολίτες.

Αναζητούμε τους τρόπους εκείνους ώστε αυτή η αμφίδρομη σχέση να είναι δημιουργική και αποτελεσματική.

Η Δημοκρατική Αριστερά θέτει σε συνεχή κριτική και αμφισβήτηση τις ρηματικές της αναπαραστάσεις, συνομιλεί και συνδιαμορφώνει πολιτικές θέσεις μαζί με την κοινωνία των πολιτών, επαναδιαπραγματεύεται ένα νέο αξιακό ορίζοντα για την πολιτική μακριά από το εφήμερο της ιδιώτευσης, επικοινωνεί με τα νέα κοινωνικά κινήματα.

Η χορογραφία αυτών των δράσεων επαναφέρουν το Πολιτικό στο κέντρο της δημοκρατίας εντάσσοντας την ιδέα του δημόσιου λόγου και προτάσσοντας τον πολίτη μπροστά από τα όποια μικροκομματικά οφέλη.

Αναγνωρίζουμε ότι το εγχείρημα μας δεν είναι εύκολο. Επισημαίνουμε τις αντινομίες και τις δυσκολίες. Τις ιδιαιτερότητες της εποχής και την πλουραλιστική προοπτική της. Βασική μας θέση είναι ότι δεν κατέχουμε την Απόλυτη Αλήθεια. Έχουμε όμως τη βαθιά πεποίθηση ότι η τόλμη ανήκει στη σύγχρονη, την καινοτόμο Αριστερά. 

Στόχος μας είναι οι πολίτες να παράγουν πολιτική σκέψη και δράση, χωρίς την ασφυκτική κηδεμονία πεφωτισμένων ηγεσιών που γνωρίζουν καλύτερα και από πριν αυτό που είναι καλύτερο για αυτούς πριν από αυτούς ή ακόμα χειρότερα χωρίς αυτούς.

06 Απριλίου 2012

Ανάκατες σκέψεις για την οικονομική κρίση


Το Μνημόνιο ήρθε για να αντισταθμίσει τις δανειακές ανάγκες της χώρας. Πιο συγκεκριμένα η αύξηση των spreads των ελληνικών ομολόγων σε ανεξέλεγκτα επίπεδα, το έλλειμμα-ρεκόρ στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, κατέστησαν ιδιαίτερα ακριβή την όποια δανειακή επαναχρηματοδότηση των αναγκών της χώρας. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο μηχανισμό στήριξης και στο μνημόνιο 1 με εκτροχιασμένα τα δημόσια οικονομικά, με κρατικές και επιχειρηματικές ελίτ που λυμαίνονταν το δημόσιο χώρο, με αποσαρθρωμένη παραγωγική βάση, με ένα μοντέλο παραγωγής πλούτου που στηρίζονταν στην παραγωγή εύκολου κέρδους χωρίς, από την άλλη καμία διάθεση επανεισαγωγής των κερδών στον παραγωγικό κύκλο, με δαιδαλώδη, κοστοβόρο και αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα. Κυρίως όμως εισήλθε με μία έκπληξη χαραγμένη στο μυαλό όλων των ελλήνων πολιτών. Δεν ήταν μακριά ο καιρός που ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ διακήρυσσε την σιδερένια ασφάλεια της ελληνικής οικονομίας απέναντι στους τριγμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την πτώση της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ. Δεν ήταν μακριά ο καιρός που ο μετέπειτα πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφωνούσε «λεφτά υπάρχουν».

Η προσφυγή στο ΔΝΤ για την κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων μιας χώρας πάντα συνοδεύεται από σκληρά μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής, που συνήθως συμπιέζουν τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Ταυτόχρονα σε επίπεδο ψυχολογικής προσέγγισης υπάρχει μια άρνηση του συλλογικού φαντασιακού να αποδεχτούμε την «επίβλεψη» επιμέρους τομέων της δραστηριότητας του ελληνικού κράτους από άλλους. Μια μορφή «ταπείνωσης» που εξειδικεύεται και στα συνθήματα περί κατοχής, Γερμανών που ξανάρχονται, απώλειας της εθνικής κυριαρχίας κτλ.

Οι βασικές παραδοχές του Μνημονίου 1 ήταν:
α) Ο ανώτατος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης θα φτάσει το 2,7% από το 2015
β) Ο πληθωρισμός δεν προβλέπεται να ξεπεράσει το 1,5%
γ) Μέχρι το 2013 το δημόσιο χρέος επιβαρύνεται με 8% από αναλήψεις χρεών
δ) Το πρωτογενές πλεόνασμα που απαιτείται αγγίζει το 6% το 2014.
Τίποτα από αυτά δεν επιτεύχθηκε γι' αυτό και οδηγηθήκαμε στο PSI και στη νέα δανειακή σύμβαση με το Μνημόνιο 2.

Ο ιδεολογικός πυρήνας του Μνημονίου στηρίζεται στη συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης. Αυτό σημαίνει προφανώς λιτότητα, μείωση των δαπανών του κράτους, αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών εμμέσων και άμεσων φόρων, όπως και με την διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Κατ’ επέκταση – κι εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα – υπάρχει αποδιάρθρωση του όποιου σχεδίου κοινωνικής προστασίας.

Στο ερώτημα αν η συνταγή του Μνημονίου ήταν λάθος ή σωστή πρέπει να δούμε την ελληνική πραγματικότητα έτσι ακριβώς όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι για να επιτύχει το μνημόνιο. Πρέπει δλδ να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας ότι το ανώτερο πρωτογενές πλεόνασμα που πέτυχε ιστορικά η Ελλάδα είναι περίπου 3,6% το 1999.
Χρειαζόταν εσωτερική υποτίμηση; 
Η νομισματική υποτίμηση είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων, να μειώσει τις τιμές τους, κυρίως όμως σε χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα. Σε μια περιφερειακή νομισματική ολοκλήρωση όπως η Ευρωζώνη, τι μπορεί να κάνει μια χώρα μέλος της ώστε να ασκήσει το εργαλείο της υποτίμησης;
Μόνο εσωτερική υποτίμηση. Με άλλους όρους η εσωτερική υποτίμηση ταυτίζεται με αυτό που λέμε αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου, ή σε ένα άλλο επίπεδο από-ανάπτυξη. Ο άκρατος καταναλωτισμός που στήριζε και τη διεύρυνση του ΑΕΠ ήταν προφανές ότι έπρεπε να μεταβληθεί. Έπρεπε να αλλάξει το καταναλωτικό πρότυπο όχι με μια ηθικολογική προέκταση αλλά με μια επι της ουσίας συζήτηση για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Δλδ το τι παράγεις, τι καταναλώνεις, τι έσοδα έχεις τι έξοδα κάνεις ως χώρα. Η συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης δημιούργησε κενά διότι ήταν αποσυνδεδεμένη από την αύξηση του ΑΕΠ – από αυτό που λέμε αναπτυξιακή προοπτική – αλλά και από τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας που σχετίζοταν με αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος. Δεν έλαβε υπόψη της - κυρίως στα νούμερα – τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης και της παραγωγικής βάσης, δεν προσδιόρισε στο βαθμό που αυτό θα ήταν εφικτό, μια άλλη δομή της οικονομίας.

Τι σημαίνει ενίσχυση της ζήτησης στην εσωτερική αγορά;
Ενίσχυση της ζήτησης σημαίνει αυξημένη αγοραστική δύναμη για τους πολίτες. Τι θα επιλέξουν όμως αυτοί να αγοράσουν; Αν λάβουμε υπόψη μας το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι πιο πιθανό μια μη στοχευμένη αύξηση της ζήτησης να οδηγήσει σε μεταφορά πλούτου προς τις χώρες από τις οποίες προέρχονται τα εισαγόμενα προϊόντα με αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα στο ισοζύγιο. Συνεπώς μια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης μπορεί να εξειδικευτεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με την ευρωπαϊκή διάσταση. Αύξηση της ζήτησης στην Ευρώπη θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των προϊόντων με αποτέλεσμα την έμμεση αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς μείωση του ισοζυγίου λόγω της αύξησης της κατανάλωσης ελληνικών προϊόντων. Για να επιτευχθεί όμως αυτό είναι αναγκαία μια στοχευμένη πολιτική ανάδειξης των ελληνικών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Τούτο σημαίνει ότι ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Όμως ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι υψηλότερος από την ευρωζώνη λόγω της συνέχισης της αύξησης του κοστους των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος (κυρίως λόγω της αύξησης της φορολογίας). Αν λάβουμε υπόψη μας και την αβεβαιότητα που υπάρχει για τις τιμές του πετρελαίου και των σιτηρών καθώς και για την ισοτιμία ευρώ-δολλαρίου, τότε η αύξηση στον πληθωρισμό είναι σχεδόν σίγουρη.
Οι συνέπειες είναι η μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Η αύξηση του πληθωρισμού δημιουργεί αύξηση του ελληνικού ευρώ (σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία) με αποτέλεσμα ένας από τους στόχους του Μνημονίου να καθίσταται έωλος.

Στη συνολική προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας τα διεθνώς μη εμπορεύσιμα προϊόντα αποτελούν τουλάχιστο το 35% (30 ο δημόσιος και 5 ο κατασκευαστικός). Δεν συμπεριλαμβάνεται το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών του λιανικού εμπορίου.
Ο τομέας των υπηρεσιών παράγει το 78% του ΑΕΠ, ο βιομηχανικός το 12% και ο αγροτικός το 3,6%. Οι υπηρεσίες συμμετέχουν κατά 65% στις εξαγωγές, η μεταποίηση κατά 26% και ο αγροτικός τομέας κατά 9%.

Το φαινόμενο στασιμοπληθωρισμού που ενυπάρχει αυτή τη στιγμή στην ελληνική οικονομία είναι αποτέλεσμα όχι μόνο των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας αλλά και των πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής του Μνημονίου. Η δημοσιονομική προσαρμογή μιας χώρας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σχετίζεται με δύο προσανατολισμούς. Ο πρώτος είναι άμεσος και συνδέεται με τα οικονομικά αποτελέσματα της μικροοικονομίας (η περίφημη θεραπεία του σοκ), ενώ ο δεύτερος συνδέεται με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ο πρώτος παρέχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα που συνήθως δίνουν χρόνο και παράταση στην οικονομία για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Δεν ενισχύει όμως την όποια σταθεροποιητική κατάσταση σε βάθος χρόνου. Αντίθετα οξύνει κοινωνικες συγκρούσεις, διαλύει την κοινωνική συνοχή, στηρίζεται σε αναζήτηση εύκολων έσοδων και μείωσης εύκολων δαπανών (υγεία, παιδεία). Ειδικότερα η μείωση των δαπανών, λόγω της αναγκαιότητας της κατάστασης, οδηγεί σε μη ορθολογικές αποφάσεις, μη αναζήτηση ισοδυνάμων, σε ανισορροπία των ποσοτικοποιήσεων κόστους – οφέλους. Το πρόβλημα αυτό φάνηκε έντονα στην ελληνική περίπτωση όπου η αναγκαία παρουσίαση ευνοϊκών οικονομικών μεγεθών για την εκταμίευση των δόσεων του δανειου οδήγησε σε νομοθετικά εξαμβλώματα, σε αναβλητικότητα για τις απαραίτητες μεταρρυθμιστικές τομές και σε μια λατρεία των αριθμών.
Ο δεύτερος προσανατολισμός έχει να κάνει με την μακροσκοπική εικόνα της οικονομίας. Τομές και ρήξεις με το παρελθόν, μεταρρυθμίσεις που απαιτούν ρίσκα αλλά και κοινωνική αποδοχή, στόχευση για το μέλλον του παραγωγικού δυναμικού, βέλτιστη εκμετάλλευση των πόρων για το καλύτερο αποτέλεσμα, αναζήτηση εναλλακτικών σεναρίων για την σπάνιν των πόρων.

Σημαντικός επίσης παράγοντας στην επιτυχία ή αποτυχία ενός προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών είναι η χρονική αλληλουχία των μέτρων που λαμβάνονται. Ακόμη και με τη νεοφιλελευθέρη σκοπιά αν το δει κάποιος προηγούνται οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις κι έπονται οι μισθολογικές παρεμβάσεις. Επίσης στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προηγούνται οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντος και μετά στην αγορά εργασίας που είναι πιο επώδυνες.

Η ανταγωνιστικοτητα τιμών δεν είναι κρίσιμο μέγεθος για την βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου. Οικονομετρικά υποδείγματα δηλώνουν την πολύ μικρή ευεργετική επίδραση στην ανταγωνιστικότητα. Επιχειρήματα που υποστηρίζουν ότι από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό υποδαυλίζουν την αναβλητικότητα στην βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

23 Φεβρουαρίου 2012

Περί εκτίμησης κόστους – οφέλους. Μια συζήτηση για το βασικό μισθό.


Πάντοτε κάθε πολιτική στρατηγική επικεντρώνεται στην εξεύρεση αποδείξεων ότι τα οφέλη της εφαρμογής της είναι περισσότερα από τα κόστη της. Έτσι διάφορες αυτάρεσκες αναλύσεις με το προσωπείο της “επιστημονικής αλήθειας” χρησιμοποιούνται κατά κόρον για την καλό της μιας ή της άλλης πολιτικής. Ακόμη πιο έντονα παρουσιάζεται αυτό στην οικονομία, παρά του ότι οι προβλέψεις για τις μελλοντικές καταστάσεις διέπονται από υψηλά ποσοστά αβεβαιότητας λόγω δυσμενέστερων ή ευνοϊκότερων εξελίξεων, πάντοτε αναφορικά με τα οικονομικά μεγέθη. Αυτές οι εκτιμήσεις κόστους-οφέλους διέπονται επίσης από πολλές “γκρίζες ζώνες” και μάλιστα τις περισσότερες φορές αρκετά μεροληπτικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκτίμηση για την μείωση του βασικού μισθού. Η κυρίαρχη άποψη συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι η μείωση του βασικού μισθού οδηγεί προφανώς σε μείωση του μισθολογικού κόστους με αποτέλεσμα την αύξηση των άμεσων επενδύσεων από το ιδιωτικό κεφάλαιο, την μείωση των τιμών των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας με βάση το κόστος. Δεν μπαίνει στη συζήτηση καθόλου η επίδραση που έχουν τα ανελαστικά κόστη (τιμές πετρελαίου, ενέργειας, διοικητικά έξοδα, κόστη μεταφοράς), τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων ή ακόμη και τα ιστορικά πλαίσια μιας οικονομίας. Ταυτόχρονα δεν υπολογίζονται οι ζημιές α) σωματικής και πνευματικής φθοράς από ανεπαρκή διατροφή, ακατάλληλη σίτηση, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη, β) αύξησης της μικροπαραβατικότητας, γ) χαμηλής επένδυσης στην εκπαίδευση και την επαγγελματική ειδίκευση, δ) διαβίωσης σε ακάθαρτες μη ασφαλείς περιοχές, ε) δοσοληψίας με την αστυνομία, τα δικαστήρια και τις φυλακές. Αν υπήρχαν ποσοτικοποιημένες αυτές οι ζημιές και ήταν ενσωματωμένες στην εκτίμηση κόστους – οφέλους για την μείωση του βασικού μισθού τότε μπορεί η εκτίμηση αυτή να οδηγούσε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Δηλαδή, κάθε μελέτη κόστους – οφέλους πραγματεύεται επιλεκτικά μόνο κάποιες από τις επιδράσεις που έχει το κύριο ερώτημα.

Με τον ίδιο τρόπο τα συνδικάτα αποδεικνύουν ότι οι αυξήσεις των βασικών μισθών επιφέρουν κοινωνική γαλήνη, αύξηση του βιοτικού επιπέδου, ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής κ.α. Δεν αναφέρονται ή δεν υπολογίζουν το όποιο πιθανό κόστος θα έχει η αύξηση του μισθού στην απασχόληση, στις τιμές των προϊόντων ή στην προσέλκυση άμεσων επενδύσεων.

Τελικά εκείνο που κερδίζει την πολιτική μάχη δεν είναι η “επιστημονικότητα” της απόδειξης αλλά το πόσους πόρους από τις δημόσιες σχέσεις έχει δεσμεύσει η κάθε πλευρά.

02 Νοεμβρίου 2011

Μια εκρηκτική καταδίκη

Η 28η Οκτωβρίου 2011 θα μείνει στην ιστορική μνήμη για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι φυσικά η ματαίωση της στρατιωτικής παρέλασης στη Θεσσαλονίκη και ο δεύτερος η χωρίς όρια, κρίση και σκέψη, συμμετοχή πολλών από το πλήθος που πήγαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση, στις αποδοκιμασίες απέναντι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά και συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα. Μια σοβαρή ανάλυση είναι αναγκαίο να αξιολογήσει τα γεγονότα και να δει τις επιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη της όλα τα δεδομένα. Αυτό θα προσπαθήσουμε να πράξουμε παρακάτω.
 Ευθύς εξαρχής να αναφέρουμε ότι είμαστε ενάντια στη διεξαγωγή των παρελάσεων και δη των στρατιωτικών διότι δεν θεωρούμε ότι παίζουν κάποιο ρόλο στην κατανόηση της ιστορίας και στη συλλογική μνήμη. Η αξιακή αυτή στάση μας έχει να κάνει όχι μόνο με το ότι οι παρελάσεις είναι απότοκο μιας περιόδου εθνικής διχοτόμησης βάση του σχήματος εθνικόφρονες-μη εθνικόφρονες, αλλά και για λόγους κοινωνικού, πολιτικού και ιστορικού εκσυγχρονισμού. Η ιστορική μνήμη κατακτιέται με κριτική γνώση και παιδεία και όχι με μιμητικό βηματισμό. Η τιμή στους προγόνους αποδίδεται με διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας και όχι με συμμετοχή σε στείρες εορταστικές εκδηλώσεις. Οι στρατιωτικές και οι μαθητικές παρελάσεις προφανώς δεν χρειάζονται. Οι όροι όμως του κοινού δημοκρατικού συμβολαίου βοηθούν όποιον είναι αντίθετος στις παρελάσεις να μην συμμετέχει σε αυτές, ενώ του δίνουν τη δυνατότητα σε θεσμικό επίπεδο να εισηγείται την κατάργησή τους.
 Αναμφισβήτητα ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου αναφέρεται στην τιμή και στη μνήμη του αντιφασιστικού αγώνα του ελληνικού λαού. Ανεξάρτητα του πως ο καθένας αντιλαμβάνεται την απόδοση τιμής στους αγωνιστές, ενέργειες που προσβάλουν μια σημαντική μέρα που συμβολίζει το μεγάλο αντιφασιστικό αγώνα, δημιουργούν έντονες διαδικασίες αποσάρθρωσης των όποιων διεκδικήσεων για δημοκρατική εμβάθυνση, ακόμη και διαδικασίες επιβολής της μια άποψης . Έχουμε σαφώς ταχθεί κατά των στρατιωτικών παρελάσεων αλλά αυτό δε σημαίνει ότι επιβάλλουμε την κατάργηση τους .Εξάλλου η όποια επιβολή της κατάργησής τους είναι πιθανόν να δημιουργήσει αντίρροπες πράξεις που θα καταργούν πολύ πιο εύκολα τις δυνατότητες για δράσεις που κάνουν διάφορες δυνάμεις της Αριστεράς. Ταυτόχρονα όμως δεν πιστεύουμε ότι οι παρελάσεις αποτελούν χώρο για την έκφραση των πολιτικών διαφορών και συγκρούσεων. Η αξιοποίηση τους για τη δημιουργία τηλεοπτικής εικόνας νικηφόρας μάχης (αλήθεια ενάντια σε ποιον παρατεταγμένο εχθρό; ) και η μέθη για την φαντασιακή λαϊκή κατάληψη του δρόμου (από ποιόν;) δε συνιστούν νίκη του λαϊκού κινήματος αλλά αντίθετα μια κινηματική φαντασίωση που επιδεινώνει τους συσχετισμούς και την προώθηση προοδευτικών λύσεων. Κι αυτό γιατί προσβάλει την αντιφασιστική μνήμη ταυτίζοντας την ημέρα με αντιδράσεις δεξιού χαρακτήρα, δίνοντας τη δυνατότητα στο ΛΑΟΣ και τη ΝΔ να κινδυνολογήσουν υπέρ μιας νέας χλωμής εθνικολαϊκής ενότητας..Ταυτόχρονα επιχειρεί, παρουσιάζοντας τη χώρα υπό καθεστώς κατοχής, να συντηρήσει τον εθνικισμό και να αναζωπυρώσει συντηρητικές διεξόδους.
 Στο παρελθόν πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς χρησιμοποιούσαν την παρέμβαση κατά την διάρκεια της παρέλασης ως μέσο αντιεθνικιστικού ακτιβισμού και έκφρασης αντίστοιχων μηνυμάτων. Δεν ήταν ποτέ μια σοβαρή μάχη – κάποιες συγκρούσεις για τα μάτια του κόσμου μέσω της τηλεόρασης, χωρίς όμως να είναι επικίνδυνη για κανέναν. Ήταν θα λέγαμε μια πολιτική σύγκρουση για τα τηλεοπτικά δελτία, χωρίς όμως το επίδικο να αναδεικνύεται σε κοινωνικό ζητούμενο, μιας και κανείς από τους “συγκρουόμενους” δεν ενδιαφερόταν να το εντάξει σε μια προσέγγιση θεσμικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας.
 Για τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις της Αριστεράς η πολιτική ανυπακοή αφορούσε πάντα την υπεράσπιση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που παραβιάζονταν ή εξαλείφονταν Η ανυπακοή ως τέτοια πράξη εμπεριείχε το στοιχείο της διακινδύνευσης, όχι μόνο της σωματικής ακεραιότητας αλλά και της ζωής αυτού που την έπραττε . Θυμίζουμε χαρακτηριστικά ότι το 80-81 δόθηκαν μάχες για να καταθέτουν στεφάνια οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης - που δεν είχαν ακόμη αναγνωρισθεί – σε σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής. Όταν αυτό γινόταν κατορθωτό δεν ήταν πάντα χωρίς απώλειες, όπως συνέβη με τη δολοφονία του μέλους του ΚΚΕ, αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Τάσου Μαγλαρίδη στην κατάθεση στεφανιού στη Νεάπολη, μετά από επίθεση της Χωροφυλακής.
 Τα επεισόδια όμως της 28ης Οκτωβρίου δεν χαρακτηρίζονται ούτε από μια διάθεση υπεράσπισης πολιτικών δικαιωμάτων, ούτε από την ανάδειξη ενός συλλογικού αντιεθνικιστικού αιτήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρειη Washington Post: «Οι διαδηλωτές αποτελούνταν από αριστερούς, αναρχικούς, νεο-ναζί, ανθρώπους που έχουν κουραστεί από τις πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης, καθώς και από οπαδούς της τοπικής ομάδας Ηρακλής που "έπεσε" από την πρώτη κατηγορία, εξαιτίας οικονομικών παρατυπιών». Τα επεισόδια σημαδεύονται από την μηδενιστική εκδοχή της αγανάκτησης. Χωροθετούνται από την θεοποίηση της Πράξης απέναντι στην ορθολογικότητα της Σκέψης. Ιεροποιούν την κατά μόνας “μούτζα” χωρίς το συμβατό πλαίσιο συλλογικών διεκδικήσεων. Αναδεικνύουν την άρνηση κάθε είδους διαμεσολάβησης, την ύπαρξη κάθε είδους συλλογικού και πολιτικού υποκειμένου, προς όφελος των ατομικών πράξεων και της κατ' ουσίας υπονόμευσης του αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον. Υπερασπίζονται έναν θολό σκοπό χωρίς να δίνουν σημασία στα μέσα. Σε αυτό το πλαίσιο πόσο δικαιολογημένη είναι η αποπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας ;
 Η αγανάκτηση των εργαζόμενων πολιτών είναι δικαιολογημένη. Η άνιση κατανομή των βαρών έχει επιτελεστεί με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο. Δεν είναι όμως δικαιολογημένη η αγανάκτηση των εθνικά απόντων (φοροδιαφεύγοντες, προσοδοθήρες, συντεχνίες με διαπραγματευτική ισχύ με πρώτη και καλύτερη την οικονομική ελίτ). Στη χώρα μας είναι συνηθισμένο να ενοποιούνται όλες οι κοινωνικές ομάδες στην εκμετάλλευση του δημόσιου χώρου που λειτουργούσε ως ο τελικός πάροχος ευμάρειας. Πολλοί αγανακτούν για τις περιορισμένες πια δυνατότητες του πελατειακού συστήματος να τους προσφέρει τις δανεικές ανέσεις του παρελθόντος – μικρές ή μεγάλες. Αυτός ο συνωστισμός αγανακτούντων για διάφορους λόγους ,ο μη διαχωρισμός τους σε αγανακτούντες λόγω απώλειας των πελατειακών πλεονεκτημάτων και σε αγανακτούντες λόγω της άνισης κατανομής των βαρών εις βάρος της μισθωτής εργασίας και του κοινωνικού κράτους, η συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος και η μηδενιστική απάντηση στο ερώτημα “μετά την κρίση τι;” μειώνουν το αξιακό φορτίο του αγώνα και συσκοτίζουν τις προθέσεις και τους στόχους του. Επιτρέπεται έτσι να αγανακτούν όλοι εναντίον όλων.
 Η αγανάκτηση και το δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών να αγωνίζονται , να απεργούν , να διαδηλώνουν δε σημαίνει ταυτόχρονα και δικαίωμα να παραβιάζονται τα δικαιώματα και να προσβάλλεται η ανθρώπινη και πολιτική υπόσταση των άλλων. Οι ύβρεις και απόδοση μειωτικών χαρακτηρισμών, η λεκτική και η απροκάλυπτη σωματική βία δεν πρέπει να εγγράφονται στο DNA της Αριστεράς. Δεν υποστηρίζουμε ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο. Γι' αυτό και δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε απόψεις που μεταφράζουν τα επεισόδια ως “λαϊκή εκδήλωση ιερής αγανάκτησης και οργής”. Όσο φανερή είναι η αγανάκτηση άλλο τόσο αναγκαία είναι η ισχυροποίηση των δημοκρατικών αξιών. Η Αριστερά δεν έχει κανένα δικαίωμα έναντι της ιστορίας της να συνδράμει σε ένα κράμα αντικοινοβουλευτισμού που τροφοδοτεί την ακροδεξιά λογική συρρίκνωσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Διότι ποιος δεν καταλαβαίνει ότι οι ύβρεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι μούτζες, ο χαρακτηρισμός “προδότες” στους πολιτικούς δεν τροφοδοτούν την εκτροπή και δεν ανοίγουν το δρόμο για αντιδραστικές λύσεις; Οι πολίτες που ασφυκτιούν από το σημερινό δύσμοσμο πολιτικό σκηνικό και κατεβαίνουν στους δρόμους δεν είναι αναλώσιμο υλικό για επιβεβαίωση αριστερών επαναστατικών ονειρώξεων, αναρχικών δυστοπιών ή της όποιας εθνικιστικής μανιέρας. Αντίθετα συμμετέχουν σε μια συγκρουσιακή στιγμή που πρέπει να γίνει η απαρχή μιας νέας σύνθεσης, της ανάδειξης ενός νέου εθνικού δρώντα που θα σημάνει επαναπροσδιορισμό των χρήσιμων δυνάμεων για τον τόπο και την δημοκρατία.
 Από την άλλη η δημόσια εικόνα της χώρας σε αυτή τη φάση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο .Η χώρα αυτή δεν μπορεί να συμπεριφέρεται στο οικονομικό πεδίο ως τοξικό και στο πεδίο των κοινωνικών διεργασιών ως χώρο που δεν κατανοεί την κρισιμότητα της φάσης την οποία διέρχεται. Δηλαδή η όποια κοινωνική διεργασία παρά του ότι διέρχεται μέσα από τους διαύλους της ενδεχομενικότητας, έχει όλες εκείνες τις βάσεις για την ανάδειξη της θετικής λύσης. Έχει δηλαδή κάποιες σταθερές που δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τις αξίες της δημοκρατίας, του διαλόγου, της χρησιμότητας για το κοινωνικό σύνολο. Η δημόσια εικόνα έχει να κάνει και με το βαθμό αξιοπιστίας, κυρίως προς στο εξωτερικό, αλλά και με το βαθμό ασφαλούς και ευημερεύουσας ζωής στο εσωτερικό. Αυτό βέβαια έχει σχέση με την πράξη των κυβερνώντων αλλά και με την πράξη των πολιτών. Φυσικά δεν εννοούμε μια υποκύπτουσα κοινή γνώμη αλλά μια συντεταγμένη κοινή γνώμη που αγωνίζεται για την δημοσιονομική εξυγίανση και τις αναγκαίες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις.
 Η συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος, που αναμφισβήτητα έχει βαλτώσει και έχει νεκρώσει τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις παραμένουν στη χώρα, κρύβει έντεχνα τις παθογένειες αυτού του συστήματος. Αυτό θα ήταν κάτω από οποιασδήποτε άλλες συνθήκες εποικοδομητικό και πιθανόν λυτρωτικό. Όμως τώρα το μόνο που καλλιεργεί είναι ο αντικοινοβουλευτισμός και η σχοινοβασία πάνω σε τεντωμένο σχοινί.

*Για την συγγραφή του άρθρου πολύτιμες ήταν οι σκόρπιες σκέψεις του Σάκη Παπαθανασίου

21 Οκτωβρίου 2011

Μια διαφορετική προσέγγιση για τον ιδιωτικό τομέα


Στην περίοδο της κρίσης οι μαζικές περικοπές προσωπικού θεωρούνται ως ένα βασικό εργαλείο αντιμετώπισης των κοστολογικών πιέσεων που δέχεται μια επιχείρηση. Θεωρείται ότι με την μείωση του μισθολογικού κόστους θα επέλθει ανάσα στην ανταγωνιστικότητα των παραγομένων προϊόντων αλλά και ότι θα βελτιωθεί η απόδοση της επένδυσης (ROI). Η εμπειρία όμως του κόσμου των επιχειρήσεων έχει δείξει τα προβλήματα που δημιουργούνται από την μαζική περικοπή προσωπικού. Οι μάνατζερ γνωρίζουν πολύ καλά το κόστος από την υπερφόρτωση του προσωπικού που απομένει, την απώλεια της εμπιστοσύνης των εργαζομένων προς την εταιρεία αλλά και την ανάγκη πρόσληψης νέου προσωπικού - συνήθως με λιγότερη εμπειρία, αφοσίωση και ειδίκευση – όταν “ανοίγουν” οι δουλειές. Όμως οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να πράττουν το ίδιο λάθος.

Η αναζήτηση των αιτιών της πραγματοποίησης αυτού του λάθους δεν έχει να κάνει μόνο με την ιδεολογική ηγεμονία μιας ατελέσφορης οικονομικής ιδεοληψίας (νεοφιλελευθερισμός), αλλά και με δομικά χαρακτηριστικά των εταιριών του ιδιωτικού τομέα. Σε μια προσπάθεια γενικής κατηγοριοποίησης των εταιρειών θα υποστηρίζαμε ότι σήμερα υπάρχουν δύο είδη επιχειρήσεων ανάλογα με το σκοπό λειτουργίας τους. Ο πρώτος τύπος χαρακτηρίζεται από ένα καθαρά οικονομικό σκοπό: την παραγωγή μεγίστων αποτελεσμάτων με τους ελάχιστους πόρους. Σε αυτό τον τύπο εταιρείας οι άνθρωποι θεωρούνται ως “πάγια” όπως και οι κεφαλαιακοί πόροι. Έτσι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό διατηρείται στο ελάχιστο δυνατό, με στόχο τις μεγάλες αποδόσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αυτή η εταιρεία δεν είναι μια εργασιακή κοινότητα αλλά μια εταιρική μηχανή. Σκοπός της είναι η παραγωγή πλούτου για μια μικρή εσωτερική ομάδα, τους επενδυτές-μετόχους και τους μάνατζερ. Δεν νοιώθει καμία ευθύνη απέναντι στα μέλη της, δεν προσφέρει καμία αίσθηση κοινότητας στους εργαζόμενους και τα στελέχη της. Αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι ο ενισχυμένος ιεραρχικός έλεγχος για την αποδοτικότερη λειτουργία της μηχανής. Οι εργαζόμενοι είναι απλά τα εξαρτήματα μιας μηχανής, οι “απέξω”, με ελάχιστη αφοσίωση και εμπιστοσύνη.

Για να αναπτυχθεί αυτή η εταιρεία θα πρέπει να εισαχθούν νέα μέλη στον εσωτερικό της πυρήνα. Αυτό σημαίνει ότι θα είναι υπό την έγκριση των ιδρυτών ή των “δικών μας” ανθρώπων. Τούτο οδηγεί σε βασικά προβλήματα σε σχέση με τη μαθησιακή διαδικασία ενός εργασιακού οργανισμού αλλά και στην μακροβιότητα της εταιρείας ή την διάδοχη κατάστασή της.

Ο δεύτερος τύπος εταιρείας είναι οργανωμένος γύρω από το στόχο της διατήρησής της ως μιας κοινότητας που θα συνεχίσει να υπάρχει. Αυτή η εταιρεία θεσμοθετεί κανόνες για τη συνέχεια και την κινητικότητα των ανθρώπων της. Και σε αυτή την εταιρεία η απόδοση της επένδυσης (ROI) παίζει σημαντικό ρόλο. Αλλά εδώ η αριστοποίηση του κεφαλαίου είναι συμπλήρωμα για την αριστοποίηση των ανθρώπων. Σκοπός της είναι η μακροβιότητα και η ανάπτυξη της. Και προφανώς η κερδοφορία λειτουργεί ως μέσο επίτευξης αυτού του σκοπού. Όμως για να επιτευχθεί η κερδοφορία εφαρμόζει πρακτικές που ενσωματώνουν την έννοια της κοινότητας στην καθημερινή λειτουργία των εργαζομένων: καθορίζει την ιδιότητα του μέλους, καθιερώνει κοινές αξίες, προσλαμβάνει ανθρώπους, αναπτύσσει τις ικανότητές τους, αξιολογεί τις δυνατότητές τους, διαχειρίζεται τις σχέσεις με τους τρίτους, καθιερώνει πολιτικές ευπρεπούς αποχώρησης από την εταιρεία.

Σε αυτή την εταιρεία - ζωντανό οργανισμό, ενυπάρχουν η ανοιχτή συμπεριφορά και η μάθηση, η ανεκτικότητα και η καινοτομία, η αυτοσυγκράτηση στη χρηματοδότηση και ο ευρύτερος καταμερισμός της εξουσίας. Ευνοεί την διαφοροποίησή μέσω της ανεκτικότητας παρά την διαφοροποίηση κατόπιν εντολής. Προσθέτει θύλακες καινοτομίας (skunkworks), ελεύθερους από την απειλή της τιμωρίας και ισορροπεί μεταξύ ελευθερίας και ελέγχου. Η ζωντανή επιχείρηση δημιουργεί σχέσεις με τους μετόχους της – προμηθευτές χρήματος –σχέσεις που μοιάζουν με οτιδήποτε άλλο από το εξωτερικό περιβάλλον: τα συνδικάτα, τους προμηθευτές, την τοπική αυτοδιοίκηση, το αστικό περιβάλλον. Η προσπάθεια της εταιρείας είναι η αρμονική συνύπαρξή τους. Αλλά όλοι αυτοί , όπως και οι μέτοχοι, δεν είναι μέλη της. Δεν είναι κομμάτι του ζωντανού οργανισμού. Η υπακοή στα συμφέροντα αυτών δεν απαραίτητα προς όφελος της επιχείρησης.

Στην σημερινή αγορά η συνήθης ερώτηση είναι : Ποια είναι η απόδοση των κεφαλαίων; Κανείς δεν αναρωτιέται ποιες είναι εκείνες οι προϋποθέσεις για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό συμβαίνει και στην ελληνική μικροοικονομία. Παρά την διαφορετική διάρθρωση της ελληνικής γειτονιάς από τις οικονομίες των ανεπτυγμένων χωρών της ΕΕ (μικροϊδιοκτησίες, συντριπτική υπεροχή του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών σε σχέση με το δευτερογενή και τον πρωτογενή, πρωτογενής τομέας χαμηλής απόδοσης, δευτερογενής τομέας ελλειμματικός σε καινοτομία κ.α.), υπάρχουν και καιροσκοπικές νοοτροπίες άμεσης απόδοσης των κεφαλαίων, υπερβολικού περιθωρίου κέρδους, απορρόφησης κοστολογικών πιέσεων μέσω μαζικής μείωσης προσωπικού. Η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα δεν προϋποθέτει απλώς νέους αναπτυξιακούς νόμους, προωθητικά προγράμματα, ή δημόσια σχέδια ανάπτυξης και δημιουργίας ευκαιριών για εξαγωγικές δραστηριότητες. Βασίζεται πάνω απ' όλα στην αλλαγή νοοτροπίας των επιχειρηματιών. Θα λέγαμε ότι θα έχει θετικό πρόσημο μόνο αν επιτευχθεί μια σταθερή προσήλωση στην ανάγκη δημιουργίας ή μετεξέλιξης των επιχειρήσεων σε ζωντανούς οργανισμούς, παρεμβατικούς στα κοινωνικά δρώμενα με την έννοια της παρέμβασης ως δημιουργίας και όχι ως καταστροφής, ουσιαστικούς για την εξέλιξη της κοινωνίας και την διέξοδο από την κρίση. Αυτό όμως έρχεται να συνδεθεί με δύο αναγκαίες συζητήσεις. Η πρώτη συζήτηση έχει να κάνει με τον προσανατολισμό του παραγωγικού προτύπου και ότι συνεπάγεται από αυτό (σχέσεις χρηματοπιστωτικού και παραγωγικού τομέα, μετακίνηση πόρων στον δευτερογενή και τον πρωτογενή τομέα με συγκεκριμένες στοχοπροσηλώσεις, ενίσχυση καινοτομίας και του τομέα κοινωνικής οικονομίας κ.α.). Αυτό σημαίνει ότι αντιλαμβανόμαστε ουσιαστικές μεταβολές στην μηχανική της παραγωγής όπως η μετατροπή της σε ένα μετα-φορντικό μοντέλο όπου ο εξειδικευμένος εργάτης έχει δώσει τη θέση του σε multi-skill μισθωτούς κάτι που δεν θεωρείται ότι έχει επιτευχθεί απόλυτα.

Η δεύτερη συζήτηση έχει να κάνει με την αντίδραση του επιχειρηματικού κόσμου. Μέχρι στιγμής ο επιχειρηματικός κόσμος, απέναντι στις παγκοσμιοποιημένες διαδικασίες αντιδρά σπασμωδικά και κινείται στη λογική, όχι της ανάπτυξης τομέων με υψηλή προστιθέμενη αξία, αλλά στη λογική της μείωσης του κόστους εργασίας. Είναι φανερό ότι τούτο συμβαίνει κάτω από την διατήρηση της νοοτροπίας του γρήγορου κέρδους, των γρήγορων αποτελεσμάτων, των γρήγορων αποδόσεων. Όπως έχουμε δείξει όμως πιο πάνω, αυτή η πρακτική οδηγεί σε εταιρείες με πολύ μικρή διάρκεια ζωής.

Στην ελληνική οικονομία είναι ανάγκη να υπάρξουν εταιρείες στέρεες, με προοπτική, λαμβάνοντας το όποιο πρόσκαιρο κόστος, επενδύοντας σε μακροπρόθεσμα αποτελέσματα, θέτοντας ως γνώμονα για την μακροημέρευση τους τον άνθρωπο. Αυτό όμως θα συμβεί μόνο με αλλαγή της νοοτροπίας του επιχειρηματικού κόσμου.

29 Ιουνίου 2011

Συναίνεση και μορατόριουμ


Οι τελευταίες εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό φανερώνουν με αρκετή σαφήνεια θαρρώ, την ιλαροτραγωδία που περνά η χώρα και οι πολίτες της. Μια κυβέρνηση, όχι απλώς ανίκανη να κυβερνήσει αλλά και ανίκανη να δείξει όραμα, υιοθετώντας χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις την έννοια της συναίνεσης. Ένα ΠΑΣΟΚ χωρισμένο σε βουλευτικά βιλαέτια που το μόνο που του έχει απομείνει είναι η ιστορική διαδρομή και ένα παρελθόν αμφίσημο, γεμάτο ερωτήματα. Μια ΝΔ που με τραγικό τρόπο προσπαθεί να παίξει το ρόλο του δεύτερου πόλου στο κομματικό πεδίο. Που με τις καταστροφικές επιλογές της στα χρόνια της διακυβέρνησης της, οδήγησε τη χώρα σε οικτρή κατάσταση. Μια Αριστερά που έχει και δεν έχει, που είναι και δεν είναι, που θέλει και δεν θέλει, απεργάζεται, χωρίς ιδιαίτερους κομπασμούς πια, νεομπολσεβικικά οράματα. Στο δεξιό άκρο της πολιτικής γεωγραφίας οι σχέσεις με τους νεοφασιστικούς θυλάκους δυναμώνουν και οι λαϊκιστικές γραφικότητες γίνονται καθημερινός τρόπος άσκησης πολιτικής.
Στην κοινωνία επικρατεί ένας απέραντος μηδενισμός, καθόλου φιλόξενος και συνάμα διαρκώς επικίνδυνος. Η trash αισθητική έχει καλύψει σαν πέπλο την αγωνία για τη δημιουργία του καινούριου. Οι φωνές και οι κραυγές φανερώνουν ότι ελάχιστοι θέλουν την αλλαγή. Οι περισσότεροι ονειρεύονται με νυχτερινές ονειρώξεις την προηγούμενη δανεική ευδαιμονία. Πονάνε που καταρρίφθηκε το μοντέλο της απέραντης καταναλωτικής επάρκειας και έσβησε η έκρηξη προσδοκιών για συνεχόμενη βελτίωση. Αυτοί που κάποτε κουνούσαν μπλε και πράσινα σημαιάκια τώρα είναι απογοητευμένοι. Για να απογοητευτείς όμως πρέπει πρώτα να γοητευτείς. Κι αναρωτιέμαι, υπήρξε άραγε εκείνη η γοητεία που θα συνέπαιρνε χιλιάδες Έλληνες, από τους πολιτικούς ταγούς που μας κυβέρνησαν όλα αυτά τα χρόνια; Η συνεχής “πρόοδος” και η διαρκής “ανάπτυξη” θα έπρεπε να γίνει κατανοητό ότι δεν είναι αυτονόητοι όροι στη ροή της ιστορίας. Υπάρχουν και τομές και όρια που δημιουργούν τους απαραίτητους αναστοχασμούς για το παρελθόν αλλά και για το μέλλον.
Και μέσα σε όλα αυτά η έννοια της συναίνεσης κυρίαρχη ως το κεντρικό διακύβευμα για τον τόπο. Λαμβάνοντας μέχρι και μυθολογικά χαρακτηριστικά, η συναίνεση εκφέρεται από τα χείλη αρμοδίων αλλά και απλού κόσμου ως μια μαγική συνταγή για διέξοδο από τη κρίση. Προβάλλεται δε ως κεντρικό επιχείρημα η κοινή στάση των κομμάτων στην Πορτογαλία, που όμως ακόμη δεν έχει δείξει τα αποτελέσματά της στην κοινωνική διάρθρωση και στο πολιτικό σκηνικό.
Η έννοια της συναίνεσης προτάσσει με ιδιαίτερο τρόπο την συμφωνία σε μία προοπτική. Συναίνεση σε ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που είναι ετεροβαρές, μονοσήμαντο σε σχέση και με τα έσοδα αλλά και με τις δαπάνες του δημοσίου, ιδιαίτερα δύσκολο για μια χώρα που δεν αναζητάει τρόπους αύξησης του ΑΕΠ, που δεν έχει κλαδικές και στοχευμένες πολιτικές ενδυνάμωσης του παραγωγικού ιστού, που για να αποκτήσει πρωτογενές πλεόνασμα δεν χρειάζεται μόνο να κόψει αλλά και να αυξήσει, όχι φόρους αλλά παραγωγικό διαθέσιμο. Συναίνεση λοιπόν όχι με έναν τρόπο διαλόγου, κατάθεσης προτάσεων, αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και τελικά συναπόφασης, με μια διαπραγμάτευση δηλαδή win-win, αλλά αποδοχή ενός προαποφασισμένου μοντέλου.
Τα τελευταία χρόνια το συναινετικό επιχείρημα έχει οδηγήσει τις πολιτικές δυνάμεις σε μια μεσοποίηση, σε μια λογική του μέσου όρου. Σε σύγκλιση δηλαδή των εφαρμοζόμενων πολιτικών γύρω από ένα πρότυπο συνεχούς νεοφιλελεύθερης “προόδου”. Για να επιτευχθεί αυτό, τα ίδια τα πολιτικά κόμματα μεταλλάχτηκαν σε μεταδημοκρατικά κόμματα όπου οι αποφάσεις παίρνονται από ένα στενό κύκλο τεχνοκρατών και ειδικών image makers χωρίς να ρωτηθεί το κομματικό ακροατήριο ή ακόμα και όταν έμπαινε σε αυτή την διαδικασία, τα διαμεσολαβητικά στάδια ήταν ανύπαρκτα. Στην ελληνική πραγματικότητα τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά. Η πολιτική της ΝΔ επί Κώστα Καραμανλή καθοριζόταν από επικοινωνιολόγο και ειδικό επί της εικόνας, ενώ η πρόσφατη πολιτικά “νηπιακής” μορφής πρωτοβουλία του Γ. Παπανδρέου αποφασίστηκε σε έναν στενό κύκλο ειδικών. Και οι δύο περιπτώσεις ζωγραφίζουν το μεταδημοκρατικό προσωπείο των ελληνικών κομμάτων εξουσίας. 'Έτσι εκτράφηκε η λογική του “όλοι ίδιοι είναι” και του απέραντου μηδενισμού που είναι πια παρών σε κάθε κοινωνική δραστηριότητα.
Ταυτόχρονα η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα δημιουργεί όλα εκείνα τα διλήμματα που δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως διαιρετικές τομές στο πολιτικό τοπίο. Συναίνεση ή κατάρρευση. Μεσοπρόθεσμο ή χρεωκοπία. ΄Οχι πλαστά διλήμματα αλλά αντιφατικά και δυσκόλως αποδείξιμα. Γιατί είναι δύσκολο να αποδείξεις ότι αν επέλθει συναίνεση δεν θα υπάρχει οικονομική κατάρρευση. Όπως δύσκολο είναι να αποδείξεις ότι με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου και την εκταμίευση της 5ης δόσης θα υπάρχει όχι μόνο ανάταξη της οικονομίας αλλά και η όποια ισχνή αναπτυξιακή προοπτική. Άλλωστε το μόνο σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα κερδίζει απλώς λίγο χρόνο. Χρόνο όμως που τρέχει διαφορετικά για μας από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους.
Μία πρόταση θα ήταν ότι αντί να καταναλώνουμε χρόνο και σκέψη για μια ιδιότυπη συναίνεση που αυτοαναφέρεται σε ένα χωρίς πρόσημο εθνικό συμφέρον, θα έπρεπε ήδη να έχουμε προχωρήσει σε μια ουσιαστική ανταλλαγή θέσεων προς ένα κοινωνικό μορατόριουμ. Αυτό σημαίνει ότι οι τρεις κύριοι παράγοντες παραγωγής και διανομής του πλούτου να αναζητήσουν μια συμφωνία όπου όλοι θα βάλουν νερό στο κρασί τους. Οι εργαζόμενοι να αποδεχτούν μια τριετή σταθεροποίηση ή έστω με ελάχιστη αναλογική μείωση του μισθού τους. Οι εργοδότες να αποδεχτούν μια τριετή πολιτική μείωσης του περιθωρίου κέρδους τους, ώστε και οι τιμές να αντισταθούν στις πληθωριστικές πιέσεις αλλά και να αυξηθεί η όποια ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους. Το κράτος να πραγματοποιήσει όλες εκείνες τις διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες (σταθερό φορολογικό με μερική δυνατότητα άσκησης φορολογικής πολιτικής στους ΟΤΑ, κίνητρα επενδύσεων, πλαφόν στους μισθούς του δημοσίου, μείωση του δημόσιου με ταυτόχρονη αξιολόγηση των υπαλλήλων σπάσιμο των πελατειακών δεσμών, καταπολέμηση διαφθοράς και σπατάλης κα). Διάφοροι κολοφώνες της οικονομικής επιστήμης θα αντιπαρέρχονταν σε ένα τέτοιο μορατόριουμ θεωρώντας ότι κυρίαρχο μέλημα μας πρέπει να είναι η μείωση των ελλειμμάτων με οποιοδήποτε τρόπο. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει μόνο με την μονοσήμαντη αύξηση των εσόδων, κρεμώντας τον φορολογικό πέλεκυ επί δικαίων και αδίκων, αλλά με μια γενναία πολιτική που θα αναζητά και τρόπους αύξησης του παραγόμενου πλούτου αλλά και μείωσης του κόστους παραγωγής αυτού του πλούτου. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις δαπάνες του δημόσιου τομέα, αλλά και με το κόστος του ιδιωτικού, ο οποίος σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει επενδύσει σε πολιτικές μείωσης των δαπανών του πέραν του εργατικού κόστους.
Αυτά όμως απαιτούν πολιτικούς και πολιτικές με διαφορετικές στοχεύσεις από τα μέχρι τώρα γνωστά δεδομένα. Απαιτούν νέους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Και δεν είναι κενό λόγου αυτή η φράση. Η ρήξη με το παρελθόν απαιτεί έναν νέο οικονομικό και πολιτικό πολιτισμό με υψηλή κοινωνική ευθύνη , αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα Πάνω από όλα όμως απαιτεί ανήσυχους και συνάμα ορθολογικούς πολίτες. Πολίτες που δεν θα αγανακτούν μόνο όταν αρχίζουν να περιορίζονται τα κεκτημένα τους, αλλά και όταν η αδικία και η άνιση μεταχείριση στις ευκαιρίες και τους πόρους θα είναι παρούσες για το σύνολο της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο όμως χρειάζεται μια νέα οπτική αντιμετώπισης του κοινού καλού. Και αυτό για να συμβεί θα πρέπει να αλλάξουν οι γενιές. Μέχρι τότε θα παλεύουμε με το χρέος, το έλλειμμα και την συναίνεση.

06 Ιουνίου 2011

ΕΝΑΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΓΟΥΣΤΑ!


Το διήμερο 27-28/5 η Διοίκηση του Δήμου Παύλου Μελά παραχώρησε τμήμα του Πρώην Στρατοπέδου Π. Μελά στους οργανωμένους οπαδούς του ΠΑΟΚ. Η διοίκηση του Διαμαντή Παπαδόπουλου άφησε το χώρο τελείως απροστάτευτο και, κατά τα λεγόμενα εκπροσώπων των συνδέσμων του ΠΑΟΚ, συμφώνησε να γίνουν γκράφιτι (αναφέρεται και στην αφίσα) σε 12 τουλάχιστο κτίρια. Προφανώς και δεν γνωρίζουμε το τι διημείφθη μέχρι την τελική συμφωνία μεταξύ οργανωμένων οπαδών και Δήμου. Και επειδή η διαφάνεια δεν είναι μέχρι τώρα προσόν του Δημάρχου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ “επενδυτή” της περιοχής - πρώην προέδρου του ΠΑΟΚ και του Δημάρχου, βοήθησαν στην συμφωνία για την πραγματοποίηση της εκδήλωσης. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι αυτό δεν έγινε για λίγα ψηφαλάκια ή για αλληλοεξυπηρέτηση με απώτερο σκοπό την οικοδόμηση του ΑΓΝΟ. Άλλωστε ο Δήμαρχος θα έχει την δυνατότητα να διαψεύσει αυτές τις σκέψεις με την πρακτική του και την πολιτική του στάση.
Η δήλωση του κ. Βενιζέλου περί παραχώρησης του στρατοπέδου κατά χρήση στο Δήμο θέτει επί τάπητος σημαντικά ζητήματα:
  1. Ποιο είναι το πλήρες κείμενο της απόφασης του ΔΣ του ΤΕΘΑ;


  2. Υπάρχει συμφωνία μεταξύ Δήμου και ΤΕΘΑ και τι ακριβώς προβλέπει;


  3. Τι είναι αυτό που καθόρισε τα 30 χρόνια παραχώρησης κατά χρήση και όχι


    π.χ. 40, 50,60 ή 100 χρόνια;


  4. Τι θα γίνει μετά την πάροδο των 30 χρόνων και ενώ θα εξακολουθεί να


    ισχύει ο Ν. 2745/99

    ;
  5. Σε ποια περίπτωση αίρονται οι λόγοι παραχώρησης και ανακαλείται η


    παραχώρηση σύμφωνα με  το άρθρο 84 του Ν. 3883/2010;


  6. Από που θα αντληθούν τα ίδια κεφάλαια του Δήμου για αξιοποίηση


    ευρωπαϊκών προγραμμάτων  για τη διαμόρφωση του χώρου;


  7. Γιατί για την παραχώρηση χώρου στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως –


    Σταυρουπόλεως δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός;


  8. Γιατί δεν έγινε η παραχώρηση για χρήση χωρίς ανταλλάγματα


    αφού υπήρχε η δυνατότητα από το άρθρο 84 του Ν. 3883/2010;


  9. Ποια περιοχή έχει υπ' όψη της η Διοίκηση για την παραχώρηση


    κατά χρήση 30 χρόνων “που είναι κατάλληλη από πλευράς


    χωροταξικής, πολεοδομικής και δασικής νομοθεσίας” για τα 30


    στρ. για ΣΟΑ; 


  10. Γιατί ο Δήμος θα αναλάβει όλα τα έξοδα διαμόρφωσης του


    στρατοπέδου αλλά στην περίπτωση εσόδων από την όποια


    εκμετάλλευση θα πρέπει να υπάρχει και ανταποδοτική


    διασφάλιση του ΤΕΘΑ;

Η συγκεκριμένη εκδήλωση εγείρει σοβαρά ερωτήματα σε σχέση με το


μέλλον του χώρου. Αν η αισθητική της προσομοιάζει με το όραμα του


Δήμου για το στρατόπεδο τότε η χειροβομβίδα έχει απασφαλιστεί.


Και η ευθύνη των τοπικών αρχόντων είναι μεγάλη.

19 Μαΐου 2011

Με έναν λυμένο κόμπο στο στομάχι

Τυχαίνει καμιά φορά να παρακολουθήσω αυτούς τους τηλεοπτικούς μουσικούς διαγωνισμούς ανάδειξης ταλέντων. Όσο κι αν προσπάθησα δεν χώνεψα ποτέ αυτή την ιστορία. Θες λίγο το “δήθεν”, θες λίγο οι κριτές (ο Θεός να τους κάνει κριτές), θες λίγο το glamour που πάντοτε με απωθούσε, όλο αυτό το δέχομαι ως ένα κρύο κομμάτι παστίτσιο που πέφτει σαν τούβλο στο στομάχι. Και παλεύω το βράδυ να ανασάνω σαν άνθρωπος.
Από την άλλη πηγαίνοντας στο live των Stereo Mc's στο Pre-Reworks είχα τον κόμπο στο στομάχι, όχι τώρα λόγω κακής λειτουργίας του, αλλά λόγω της ανησυχίας μου για το αν θα στεκόταν στο ύψος του ονόματός τους. Πέραν του ότι τελικά ήταν πολύ καλοί, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το μίγμα ηλικιών αυτών που πήγαν στη συναυλία. Κυρίως τα νέα παιδιά που δέχτηκαν τους ήχους με ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Κι σκέφτομαι ότι αυτά τα παιδιά μπορεί τη μια μέρα να ακούν τους Stereo Mc's και την άλλη να ψηφίζουν για τον αγαπημένο τους τροβαδούρο στα κάθε λογής Greek Idol.
Η δικιά μας γενιά ήταν από πλευράς μουσικής έντονα οριοθετημένη. Ταμπέλες υπήρχαν για όλα. Rock κλισέ, pop χαριτοδιπλωμενιές, jazz για τους λίγους, electronica ως μπλιμπλίκια. Τα κομμάτια δεν ενώνονταν, δεν επικοινωνούσαν, δεν κοιταζόντουσαν καν. Κάποιοι όμως, λίγοι είναι αλήθεια, έριξαν τους τοίχους και γλυκάθηκαν. Γλυκάθηκαν από τον πλούτο της μουσικής. Αρρώστησαν από τις πρωτοτυπίες των άλλων. Κολλήσανε σε ένα riff ή ένα beat. Ιδρώνανε και από το headbanging αλλά και από την τρέλα της electronica.
Τα σημερινά παιδιά είναι απότοκα αυτών. Και δε δίνουν σημασία σε ταμπέλες, και δεν παίζουν το παιχνίδι των “κριτών” (“Αυτό το κομμάτι είναι rock και θέλω να ακούγεται rock” δήλωσε ο πολύς Κωστόπουλος). Το στοίχημα όμως είναι να ψάξουν. Να ψάξουν και να βρουν αυτούς που την “ψάχνουν” τη δουλειά. Που δεν δίνουν μασημένη τροφή στον κόσμο. Που βγάζουν τη ψυχούλα τους κάθε φορά που παίζουν μια λούπα ή ένα ακόρντο. Που σκάβουν βαθιά. Που δεν αντιγράφουν αλλά “κλέβουν”. Δυστυχώς όμως οι εταιρίες και τα τηλεοπτικά projects κάνουν ότι μπορούν να μη φανούν τα διαμάντια.

28 Μαρτίου 2011

Τα στρατόπεδα αποδόθηκαν;

Τα τελευταία δημοσιεύματα για τα πρώην στρατόπεδα Καρατάσιου και Παύλου Μελά γέμισαν με ευφορία δημοτική αρχή αλλά και πολλούς πολίτες. Δικαιολογούνται όμως αυτοί οι πανηγυρισμοί και με ποιόν τρόπο; Ας δούμε λίγο καλύτερα τα δεδομένα.

Το θεσμικό πλαίσιο αξιοποίησης των στρατοπέδων δημιουργεί πολλά προσκόμματα στην απόδοση των χώρων, μιας και δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ΥΠΕΘΑ και τους στρατηγούς. Η απόδοση των στρατοπέδων με παροχή ανταλλαγμάτων μπορεί να είναι μία λύση, εντάσσεται όμως στη λογική της αγοράς με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και όχι στην έννοια του δημόσιου συμφέροντος. Η επιμονή του ΥΠΕΘΑ για την διάθεση χώρου για τις οικιστικές ανάγκες στρατιωτικών πιέζει το δήμο να του αποδώσει χώρο εντός ή εκτός των στρατοπέδων. Κάθε περίπτωση έχει τη δική της βαρύτητα εντούτοις υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί. Με την συμμετοχή του ΑΟΟΑ σε κοινά στεγαστικά προγράμματα με τον ΟΕΚ δημιουργούνται οι απαραίτητοι όροι να μην χαρακτηριστούν οικισμοί ως οικισμοί αξιωματικών αλλά ως αστικοί οικισμοί όπου οι αξιωματικοί θα συμμετέχουν στην αστική καθημερινότητα ως κανονικοί πολίτες.

Ο τρόπος παραχώρησης επίσης είναι σημαντικός. Θα είναι κατά χρήση ή κατά κυριότητα; Θα υπάρξει προγραμματική σύμβαση με συμβαλλόμενους το Δήμο και το ΥΠΕΘΑ ή θα υπάρχει απόδοση στο δήμο ή στην Περιφέρεια με ταυτόχρονη δημιουργία φορέα διαχείρισης με συγκεκριμένη δομή και αρμοδιότητα; Ταυτόχρονα η αξιοπιστία της Πολιτείας ανεξαρτήτου κυβέρνησης, σε σχέση με τα λόγια και τις πράξεις της είναι βαθιά δοκιμασμένη και τραυματισμένη
.
Τελευταίο αλλά το πιο σημαντικό είναι το τι θα γίνουν οι χώροι των πρώην στρατοπέδων. Βασικός στόχος πρέπει να είναι η διατήρηση του αδόμητου χαρακτήρα τους και η δημιουργία χώρων αστικού πρασίνου. Μελέτες που προσθέτουν χρήσεις που επιβαρύνουν την περιοχή με τόνους τσιμέντο δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Αντίθετα το μέλλον των χώρων αυτών πρέπει να εδράζεται στην αειφορία, τη βιωσιμότητα, το πράσινο, στις υποθήκες εκείνες δηλαδή για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

14 Μαρτίου 2011

Φιλική Βραδιά της Δημοκρατικής Αριστεράς Δυτικής Θεσσαλονίκης

Η Δημοκρατική Αριστερά Δυτικής Θεσσαλονίκης, με αφορμή το 1ο ιδρυτικό συνέδριο, σας προσκαλεί σε μια φιλική βραδιά γνωριμίας, συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων στο Καφέ-Ζυθεστιατόριο “Το Ψυχιατρείο” (Νικομηδείας 16 & Μακρυγιάννη, Άνω Ηλιούπολη), την Πέμπτη 17 Μαρτίου μετά τις 9:00. Μαζί μας θα είναι ο βουλευτής Γρηγόρης Ψαριανός.

22 Φεβρουαρίου 2011

Για τον Miguel Hernández

Το φετινό ποιητικό συναπάντημα των bloggers είναι αφιερωμένο σε έναν άγνωστο για το ελληνικό κοινό Ισπανό ποιητή τον Miguel Hernández. Για να μπορέσουμε να είμαστε όλοι "υποψιασμένοι" ακολουθεί ένα βιογραφικό του ποιητή, το ποίημά "Para la libertad" και ένα μικρό βιντεάκι από το YouTube. Πηγή των παρακάτω είναι το site www.ispania.gr

Το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου (1936-1939) σημαδεύτηκε από την αποδυνάμωση των λογοτεχνικών φωνών της χώρας. Πολλοί λογοτέχνες δολοφονήθηκαν ή αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της εξορίας, ενώ άλλοι βρέθηκαν έγκλειστοι σε φυλακές, υπό αξιοθρήνητες συνθήκες, για πολλά χρόνια, όπως ο ποιητής Μιγκέλ Ερνάντεθ, ο οποίος πέθανε στη φυλακή του Αλικάντε, θύμα της καταπίεσης του καθεστώτος του δικτάτορα Φράνκο.
Η Ισπανία γιορτάζει φέτος την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Μιγκέλ Ερνάντεθ και προς τιμήν του ποιητή πραγματοποιούνται σε όλη τη χώρα εκθέσεις, ειδικές εκδόσεις των έργων του και πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μια άλλη σημαντική πτυχή της μνείας αυτής είναι η δημοσίευση εκτενών αφιερωμάτων στα σημαντικότερα πολιτιστικά περιοδικά της χώρας.
Ο Μιγκέλ Ερνάντεθ γεννήθηκε, σαν σήμερα πριν από εκατό χρόνια, στις 30 Οκτωβρίου του 1910 στην Οριουέλα, μια μικρή πόλη στην ανατολική ακτή της Ισπανίας που ανήκει στην επαρχία του Αλικάντε. Ήταν γιος ενός ζωέμπορου και πέρασε την παιδική ηλικία του σε στενή επαφή με την φύση, βοηθώντας τον αδελφό του τον Βιθέντε που δούλευε ως γιδοβοσκός. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων ο Μιγκέλ παρατηρεί προσεκτικά τον κύκλο της φύσης, τις εποχιακές αλλαγές, τη συμπεριφορά των ζώων, τις ιδιότητες των διαφόρων φυτών, το φεγγάρι και τα αστέρια... Αυτό το φυσικό και συνάμα ειδυλλιακό περιβάλλον θα γίνει κύριο θέμα των πρώτων ποιημάτων του. Μόνο για λίγα χρόνια ο Μιγκέλ πάει στο σχολείο, όπου θα σπουδάσει αριθμητική, γραμματική, γεωγραφία και θρησκεία.
Το 1925, σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, πρέπει να εγκαταλείψει τα γράμματα για να επιστρέψει στην παλιά δουλειά του ως γιδοβοσκός. Αλλά παράλληλα, ο Μιγκέλ σπάει τη μονοτονία της ζωής του διαβάζοντας όσα βιβλία πέφτουν στα χέρια του, βιβλία που περιέχουν τα έργα των μεγαλύτερων συγγραφέων της ισπανικής γλώσσας. Μερικές φορές γράφει απλούς στίχους στη σκιά ενός δέντρου. Τα απογεύματα, που κατεβαίνει στην γειτονιά του, γνωρίζει τον Ραμόν Σιχέ και τους αδελφούς Φενόλ, στο αρτοπωλείο των οποίων γίνεται κάθε βράδυ λογοτεχνική συζήτηση. Ο Ραμόν Σιχέ, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Μούρθια, καθοδηγεί τις αναγνώσεις του Μιγκέλ και τον ενθαρρύνει να συνεχίσει την δημιουργική εργασία του. Ο νεαρός βοσκός κάνει μια μεγάλη προσπάθεια αυτοεκπαίδευσης και διαβάζει τα έργα των συγγραφέων του ισπανικού Χρυσού Αιώνα: Θερβάντες, Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν και Γκαρθιλάσο. Από το 1930, ο Μιγκέλ Ερνάντεθ αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα σε εβδομαδιαία περιοδικά όπως El Pueblo de Orihuela και σε τοπικές εφημερίδες όπως El Día de Alicante. Το όνομά του αρχίζει να γίνεται ξακουστό στις λογοτεχνικές ομάδες όλης της επαρχίας.
Τον Δεκέμβριο του 1931 ο Μιγκέλ Ερνάντεθ φτάνει στη Μαδρίτη με μια συλλογή ποιημάτων, μερικές συστάσεις και μια καρδιά γεμάτη όνειρα. Παρόλο που κάποια λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας ζητούν δημόσια μια θέση εργασίας για τον «γιδοβοσκό-ποιητή», οι μέρες περνούν, τα λεφτά τελειώνουν και ο ποιητής επιστρέφει απογοητευμένος στην Οριουέλα. Το 1933 γράφει το βιβλίο Perito en lunas [Ειδήμων στα φεγγάρια] και συμμετέχει σε πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις στην πόλη του και στο Αλικάντε.
Η δεύτερη απόπειρα του Ερνάντεθ για την κατάκτηση της Μαδρίτης θα γίνει την άνοιξη του 1934. Εκεί ο συγγραφέας Χοσέ Μαρία ντε Κοσίο του προσφέρει μια θέση εργασίας, και ο Μιγκέλ, σιγά-σιγά, θα γίνει μέλος ενός λογοτεχνικού κύκλου, στον οποίο ανήκουν μεγάλες λογοτεχνικές προσωπικότητες όπως ο Λουίς Θερνούδα, η Μαρία Θαμπράνο, ο Μανουέλ Αλτολαγκίρε, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Βιθέντε Αλειξάντρε και ο Πάμπλο Νερούδα, οι οποίοι τον οδηγούν στους δρόμους του σουρεαλισμού και του δείχνουν τις καινούργιες επαναστατικές ποιητικές μορφές, στρέφοντας τον νεαρό ποιητή προς στην ιδεολογία του κομμουνισμού. Ο Μιγκέλ Ερνάντέθ έχει ήδη αποκτήσει λογοτεχνική ωριμότητα. Από εδώ και πέρα θα γράψει τις λαμπρότερες σελίδες της ζωής του.
Η κορύφωση της ποιητικής δράσης του Ερνάντεθ συμπίπτει με τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ο ποιητής, χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει μέρος για να υπερασπιστεί την Ισπανική Δημοκρατία και μετατρέπει σε όπλο καταγγελίας την λυρική του δημιουργικότητα. Στα μέσα του πολέμου καταφέρνει να ξεφύγει για λίγο για να παντρευτεί στην Οριουέλα την Χοσεφίνα Μανρέσα στις 9 Μαρτίου του 1937. Σε λίγες μέρες ο «ποιητής-στρατιώτης» πρέπει να πάει στο πολεμικό μέτωπο στην Χαέν της Ανδαλουσίας. Ο Ερνάντεθ διαβάζει ποιήματα και εμψυχώνει τους συναδέλφους του στο μέτωπο. Ταξιδεύει συνέχεια και γράφει ασταμάτητα ποιήματα και θέατρο. Όλες αυτές οι δραστηριότητες μαζί με το άγχος του πολέμου θα του προκαλέσουν οξεία εγκεφαλική αναιμία. Δυο ποιητικές συλλογές εξέδωσε εκείνη την εποχή: Viento del pueblo [Άνεμος του λαού] (1937) και Εl hombre acecha [Ο άνθρωπος παραμονεύει] (1939).
Την άνοιξη του 1939, όταν διαπιστώνει την ήττα των Ρεπουμπλικάνων, ο Μιγκέλ Ερνάντεθ προσπαθεί να διασχίσει τα σύνορα προς την Πορτογαλία. Η πορτογαλική αστυνομία, όμως, τον παραδίδει στις ισπανικές αρχές. Αρχίζει τότε μια μακριά πορεία σε πολλές φυλακές της Ισπανίας: Σεβίλλη, Μαδρίτη, Οκάνια, Αλικάντε... όπου πέθανε από οξεία πνευμονική φυματίωση στις 28 Μαρτίου του 1942. Δεν είχε κλείσει ακόμα τα τριάντα δυο του χρόνια.
Αν και ο Μιγκέλ Ερνάντεθ έγραψε σε ένα ποίημα: «Callo después de muerto» (Σωπαίνω μετά το θάνατό μου), η αλήθεια είναι ότι ο ποιητής της Οριουέλα συνεχίζει να μιλά μέσα από τα ποιήματά του στις νέες γενιές. Οι νεότεροι κάθε γενιάς δεν παύουν να ανακαλύπτουν σε αυτό τον ποιητή και στο έργο του κάτι που τους μιλάει και αγγίζει την ψυχή τους. Ο Μιγκέλ Ερνάντεθ συνεχίζει να είναι ένας σύγχρονος ποιητής, ίσως γιατί ακόμα υπάρχουν απλοί άνθρωποι που δεσμεύονται να συνεργαστούν μεταξύ τους στην αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου.

Για την ελευθερία (Miguel Hernández / Joan Manuel Serrat)
Για την ελευθερία αιμορραγώ, αγωνίζομαι, επιζώ.
Για την ελευθερία, τα μάτια και τα χέρια μου,
σαν ένα δέντρο σάρκινο, γενναιόδωρο και δέσμιο,
δίνω στους χειρούργους.
Για την ελευθερία πιότερες νιώθω καρδιές
από άμμους στο στήθος μου: οι φλέβες μου γεννούν αφρούς
και μπαίνω στα νοσοκομεία, και μπαίνω στα μπαμπάκια
όπως στους κρίνους.
Για την ελευθερία με πυροβολισμούς απομακρύνομαι
απ’ αυτούς που ρίξαν τ’ άγαλμά της στη λάσπη.
Και με χτυπήματα απομακρύνομαι απ’ τα πόδια μου, απ’ τα μπράτσα μου,
απ’ το σπίτι μου, από τα πάντα.
Γιατί όταν η μέρα χαράξει στα άδεια λεκανοπέδια
εκείνη θα τοποθετήσει δυο λίθους μελλοντικής ματιάς
και νέα μπράτσα και νέα πόδια θα κάνει να μεγαλώσουν
στην υλοτομημένη σάρκα.
Με φτερά σφρίγους θα βλαστήσουν δίχως φθινόπωρο
υπολείμματα του σώματός μου που χάνω σε κάθε πληγή.
Γιατί είμαι σαν το υλοτομημένο δέντρο, που βλασταίνω:
γιατί ακόμα έχω τη ζωή.
Συντάξη - μετάφραση: Emmanuel Vinader
Επιμέλεια: Βίκυ Ρούσκα