19 Ιανουαρίου 2015

ΑΛΛΑΓΗ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑ



Στο διαλυτικό πολιτικό περιβάλλον που πραγματοποιούνται αυτές οι εκλογές – εξπρές, η αναζήτηση πολιτικών αρχών, αξιοπρέπειας και ορθολογισμού φαντάζει σαν την αναζήτηση της Χαμένης Ατλαντίδας. Η πόλωση και το εμφυλιοπολεμικό κλίμα αποθαρρύνουν την συζήτηση από τα μεγάλα και την οδηγούν στα ασήμαντα, τα μικρά. Μεταγραφές, κατάργηση οποιουδήποτε αξιακού κώδικα, συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, ανυπαρξία οποιουδήποτε ισότιμου διαλόγου είναι ακόμη μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου.

Το Μέγαρο Μαξίμου μιλάει για σύγκρουση δύο κόσμων, προτάσσοντας μία επιχειρηματολογία περί αλήθειας που πολύ δύσκολα μπορεί να πείσει. Γιατί το success story της χώρας δεν προϋποθέτει εθνικό διχασμό αλλά συνεννόηση στο δημοκρατικό πλαίσιο και σύγκρουση αλλά πολιτική. Γιατί το success story της χώρας δεν προϋποθέτει απλά μία σταθερότητα που θα εκφράζεται με την κομματική αντίληψη της ΝΔ, αλλά εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, αυτογνωσία, σχέδιο και ρεαλισμό. Γιατί το success story σημαίνει κοινωνική πολιτική σε καιρούς κρίσης. Σημαίνει καταπολέμηση του λαθρεμπορίου χωρίς παραθυράκια, ενίσχυση της επιχειρηματικότητας χωρίς το κλείσιμο του ματιού προς ημετέρους, προστασία του περιβάλλοντος χωρίς εκπτώσεις.  Η αλήθεια τελικά στη σημερινή κρίσιμη στιγμή της χώρας ταυτίζεται με το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ελπίδας και της αλλαγής.

Η Κουμουνδούρου μετατρέπει το αίτημα της Αλλαγής σε κακοφορμισμένες κινήσεις για την κατάρτιση των ψηφοδελτίων, υποσχεσιολογία και σε ανεδαφικές διακηρύξεις σε ότι αφορά τις σχέσεις μας με τους ευρωπαίους εταίρους. Η προεκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ κάνει αδύνατη την πλουραλιστική προοδευτική πλειοψηφία στο όνομα μιας πλαστής αυτοδυναμίας, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τεχνικές που χρησιμοποίησαν και αυτοί που μας έφεραν στο σημείο που είμαστε, το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ: μπόνους των 50 εδρών, ρητορική περί χαμένης ψήφου, μάνατζερ της ελπίδας. Η αντιμετώπιση των μεγάλων θεμάτων της χώρας με αυτό τον τρόπο από τον ΣΥΡΙΖΑ, σκιαγραφεί το μέλλον της διακυβέρνησης του. 

Κι εδώ είναι και το μεγάλο δίλημμα των εκλογών: Προοδευτική διακυβέρνηση μακράς πνοής με μεταρρυθμίσεις και ευρωπαϊκή πορεία για αλλαγή των συσχετισμών ή αριστερή παρένθεση λαϊκισμού, πειραμάτων, απογοήτευσης και αβεβαιότητας;

Οι Πράσινοι – Δημοκρατική Αριστερά συμμετέχουν στις εκλογές με αξιοπρέπεια, υπερβαίνοντας τα λάθη τους και αναζητούν τον κοινό βηματισμό των πολιτικών ρευμάτων της πολιτικής οικολογίας, της δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής  αριστεράς και της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Επιδιώκουν την Πολιτική Αλλαγή με Ρεαλισμό και Όραμα. Προωθούν την Προοδευτική Διακυβέρνηση μέσα από μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Δεν προτίθενται να είναι ο μπαλαντέρ της πολιτικής ζωής, και με τον έναν και με τον άλλον. Απέναντι στα μεταπολιτικά θολώματα των καιρών έχουν ξεκάθαρη στάση. Η κυβερνητική εμπειρία της «Αριστεράς που τόλμησε» είναι σημαντική πολιτική παρακαταθήκη. Η παρουσία της συμπαράταξης «ΠΡΑΣΙΝΟΙ – ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ» στη Βουλή είναι αναγκαία για τη χώρα, τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, το πολιτικό ήθος, τον πλουραλισμό. Είναι αναγκαία γιατί Αλλαγή δεν γίνεται μόνο με ένα κόμμα.

14 Ιανουαρίου 2015

Charlie Hebdo και παγκόσμιες αξίες



Οι εκδηλώσεις συμπαράστασης στα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Charlie Ebdo έδειξε πως το σύνολο σχεδόν των πολιτικών ηγεσιών των κρατών αλλά και πολλοί αναλυτές αναγνωρίζουν ή δέχονται ως κοινές, αξίες όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάποια έννοια δημοκρατίας και κάποια έννοια ελευθερίας και ισότητας. Θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε και για την ειρήνη ή τη φιλική σχέση με το περιβάλλον, τη βιώσιμη ανάπτυξη κ.α.

Το ότι αυτό το σύνολο των αξιών είναι υπαρκτό και το αποδέχεται μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου, δεν σημαίνει ότι αυτές οι αξίες υπηρετούνται και εφαρμόζονται στην καθημερινή πολιτική πρακτική, κάθε άλλο μάλιστα. Αποτελούν όμως σημείο αναφοράς για πολλούς καθημερινούς αγώνες, για πολλές κοινωνικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα σε μέρη του κόσμου που στερούνται δικαιώματα και ελευθερίες. Αποτελούν δηλαδή μια κατάκτηση του σύγχρονου κόσμου σε αντιπαράθεση με τον προσδιορισμό του μέλλοντος μόνο από την οικονομική σφαίρα. Η υπεράσπιση αυτού του συνόλου αξιών, ακόμη κι αν σε αυτήν συμμετέχουν υποκριτικά ή όχι μεγαλοσχήμονες ηγέτες, υπερβαίνει αλλά και επανασημασιοδοτεί την έννοια των «παγκόσμιων» αξιών. 

Στην κοινή πορεία του κόσμου, με ανισότητες και αντιφάσεις, οι λαοί εμπλέκονται μεταξύ τους. Οι διακηρύξεις αξιών παγκόσμιας εμβέλειας συνδέονται με την ιστορική εμπειρία κάθε κοινωνίας. Συνεπώς κάθε ταυτοτική διακήρυξη δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζει τη διαλεκτική ανάμεσα στην ιστορία και την κοινωνία. Όπως και κάθε πολιτική παράταξη δεν μπορεί να απογυμνώνεται από αξίες που συνθέτουν την ολότητα της. Η αποϊδεολογικοποίηση και η απαξίωση βασικών όρων πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατικής συμβίωσης δεν μπορεί να γιγαντώνονται από εκείνους που θα έπρεπε να κρατάνε ψηλά τη σημαία των «παγκόσμιων» αξιών.

07 Ιουνίου 2014

Απόσπασμα μιας προσπάθειας


Η ΔΗΜΑΡ δημιουργήθηκε για να δώσει μια στέρεη, αληθινή, ρεαλιστική όσο και οραματική απάντηση στη κρίση. Μια κρίση που γεννήθηκε μέσα από τις αστοχίες και αδυναμίες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και το μηδενικό πολιτικό έλεγχο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Μια κρίση που γιγαντώθηκε στη χώρα μας λόγω των ανυπέρβλητων δομικών χαρακτηριστικών του ενδογενούς συστήματος παραγωγής πλούτου και παραγωγής πολιτικής. Οι απαντήσεις που έπρεπε να δοθούν ήταν σε πολλαπλά επίπεδα. Να μείνει η χώρα στην Ευρωζώνη; Με ποιά σχέση με τους εταίρους; Όταν είσαι αδύναμος στο παιχνίδι ισχύος πως διαφυλάσσεις καλύτερα τα συμφέροντά σου; Μπορεί να επιτύχει μια δίκαιη λιτότητα; Μπορεί να υπάρξει δίκαιη κατανομή των βαρών και με ποιό τρόπο; Είναι η χώρα πάνω από τον κομματικό πατριωτισμό; Πως μετά την κρίση θα βρεθούμε με ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο; Πως θα εμβαθύνουμε την Δημοκρατία; Πως θα αλλάξουμε το πολιτικό σύστημα; Πως θα δώσουμε όραμα στους νέους; Με ποιό τρόπο θα οδηγηθούμε σε μια δίκαιη κοινωνία, όπου ο νομοταγής και αποτελεσματικός επιχειρηματίας θα επιβραβεύεται και ο κρατικοδίαιτος που προσπαθεί να διαφθείρει τον μηχανισμό του κράτους θα τιμωρείται; Πως θα εκμεταλλευτούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε ανθρώπινους πόρους που κατέχουμε; Πως θα καλύψεις το τεράστιο παραγωγικό κενό; Πως αλλάζει η νοοτροπία του εύκολου πλουτισμού μέσα από την ελάσσονα προσπάθεια; Με ποιόν τρόπο κρατάς όρθια την Παιδεία και Υγεία, όταν ξέρεις ότι είναι τα πρώτα κομμάτια του κράτους πρόνοιας που θα πληγούν; Ποιός, στην τελική, θα πληρώσει το μάρμαρο;
Η ΔΗΜΑΡ προσπάθησε να δώσει απαντήσεις. Δεν υπάρχουν βέβαια εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα. Άλλοτε πέτυχε, άλλοτε απέτυχε. Η αποτυχία μας ήταν πιο εμφανής από την
όποια επιτυχία. Δεν ήταν άλλωστε αυτή που οδήγησε τη χώρα στη κρίση. Αλλά όλοι όσοι συμμετείχαμε στο εγχείρημα αυτό πιστέψαμε ότι μπορούμε να συνεισφέρουμε με τις μικρές μας δυνάμεις στην έξοδο από τη κρίση. Γιαούρτια δεν πετάξαμε, μούτζες δεν ρίξαμε. Ο ελληνικός λαός έδωσε δύναμη επιβίωσης σε αυτούς που μας έφεραν εδώ. Και κατατρόπωσε τη ΔΗΜΑΡ που προσπάθησε για δίκαιες λύσεις.

20 Μαΐου 2014

Δημοψήφισμα οι Ευρωεκλογές;



Την Κυριακή, οι Θεσσαλονικείς που πήγαμε να ψηφίσουμε στις αυτοδιοικητικές εκλογές, συναντήσαμε ένα πρωτόγνωρο για τα μεταπολιτευτικά χρόνια φαινόμενο. Την παρουσία πολλού κόσμου στην ουρά για το δημοψήφισμα σε σχέση με την απειλούμενη ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ. Στο δημοψήφισμα λοιπόν, υπήρχε ένα ναι και ένα όχι, χωρίς φυσικά να εκφράζονται ενδιάμεσες προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι. Αλλά αυτό είναι ένα δημοψήφισμα. Πρέπει να δίνει καθαρή απάντηση σε καθαρή ερώτηση.
Στην κεντρική πολιτική σκηνή η προσπάθεια για μετατροπή των ευρωεκλογών σε δημοψήφισμα δεν είναι φαινόμενο της μόδας. Είναι σύνηθης πρακτική, συνήθως της αντιπολίτευσης. Τα ερωτήματα τίθενται, οι απαντήσεις όμως που παίρνονται συνήθως είναι διαφορετικές από τις επιδιώξεις του ερωτώμενου. Στοιχειωδώς, ένας επιτελάρχης του κόμματος που θέλει να βάλει την έννοια του δημοψηφίσματος μπροστά, διαβάζει λίγο την πολιτική ιστορία της χώρας και βγάζει τα συμπεράσματα. Για να δούμε λοιπόν. Το 1981 ο Ανδρέας σαρώνει με 48,1%. Στις ευρωεκλογές όμως μετά βίας πιάνει το 40%, ενώ η ΝΔ πέφτει από το 35% στο 30%. Τιμωρητική ψήφο θα λέγαμε. Το 1984 η διαφορά ΠΑΣΟΚ-ΝΔ μειώνεται στις 3 μονάδες αλλά μετά από ένα χρόνο το ΠΑΣΟΚ την ανεβάζει στις 5. Στις ευρωεκλογές του 1989 η διαφορά ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είναι 5 μονάδες και μετά θα ανεβεί στις 8. Το 1999 ο Κώστας Καραμανλής κερδίζει τον Σημίτη με 3 μονάδες, αλλά χάνει στις εθνικές του 2000 με 1 μονάδα. Στις βουλευτικές του 2004 η διαφορά ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είναι 5 μονάδες ενώ στις ευρωεκλογές πηγαίνει στις 9. Το 2009 οι 4 μονάδες διαφορά του ΠΑΣΟΚ από τη ΝΔ στις ευρωεκλογές εκτοξεύονται στις 10 στις εθνικές.    
Αυτή η μικρή αναδρομή στα αποτελέσματα μας δείχνει ότι δεν είναι και πολύ ασφαλές η μετατροπή των ευρωεκλογών σε δημοψήφισμα. Ακόμη κι αν λειτουργούν ως «τιμωρία». Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014 δεν λειτούργησαν σίγουρα ως δημοψηφισματική κάλπη. Τα συμπεράσματα δικά σας.

07 Μαΐου 2014

Διλήμματα και Λύση

Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, τα τελευταία 4 χρόνια η Ευρώπη μας απασχόλησε όσο ποτέ άλλοτε. Με αφορμή την κρίση και την είσοδο της χώρας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης με την παρουσία του ΔΝΤ, η Ευρώπη και οι εφαρμοζόμενες πολιτικές στάθηκαν αιτία μεγάλων συζητήσεων για το μέλλον. Τις περισσότερες φορές βέβαια κυριαρχούσε ο ρηχός λόγος του ανορθολογισμού και της εύκολης καταγγελίας διανθισμένος με νότες “αϊσχιτιρισμού” και συνωμοσιολογίας. Φαίνεται όμως ότι αυτά τα χρόνια ήταν και χρόνια αυτογνωσίας γιατί μας έδωσαν να καταλάβουμε ποιοί είμαστε και ποιό είναι το μέγεθός μας στην παγκόσμια σκηνή.

Στις επικείμενες ευρωεκλογές μπαίνουν διλήμματα που τις περισσότερες φορές είναι κομμένα και ραμμένα στα μέτρα των εμπνευστών τους. “ΣΥΡΙΖΑ ή Μέρκελ”, “Σταθερότητα ή όλεθρος”. Η σουρεαλιστική προσέγγιση της πολιτικής σε όλο της το μεγαλείο. Όποιο και να προσπαθήσεις να αναλύσεις ξεφεύγεις από την Πολιτική και προχωράς σε ψυναναλυτικού τύπου προσεγγίσεις. Γιατί γεννιούνται ερωτήματα αναπάντητα τις περισσότερες φορές από την κοινή λογική.

Ας πούμε ότι μπαίνουμε στο δίλημμα ΣΥΡΙΖΑ ή Μέρκελ. Με ποιό τρόπο ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ ξεφορτωνόμαστε τη Μέρκελ; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Μέρκελ είναι εκλεγμένη (και μάλιστα πρόσφατα και “δαγκωτά”) από το γερμανικό λαό. Αν το δίλημμα υπονοεί ότι υπάρχει κάποιο άλλο σχέδιο (πχ plan b) τότε γιατί δεν είναι εκφρασμένο από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Γιατί δεν έχει βάλει έστω ένα πλαίσιο σχεδιασμένο με αδρές γραμμές για να καταλάβει ο κοσμάκης τι εννοεί ως εναλλακτική λύση; Κι όποιος κακεντρεχής προσπαθήσει να με ταυτίσει με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές μπορώ να πω ότι υπάρχει απάντηση στο δίλημμα.

Εάν κάποιος θέλει πραγματικά να μετατοπιστούν οι ευρωπαϊκές πολιτικές σε πιο προοδευτική κατεύθυνση μόνο με ήττα των εθνικών κομμάτων που αποτελούν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και ενίσχυση των κομμάτων που στηρίζουν την Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία υπάρχουν πιθανότητες να το δει να γίνεται. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απόσταση μεταξύ τους σε επιπεδο εδρών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι μικρή και κάθε ψήφος είναι χρήσιμη και απαραίτητη για τον “αποχαιρετισμό” της πολιτικής Μέρκελ.

Λύνοντας λοιπόν το θέμα ότι μόνο με την ενίσχυση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας μπορούμε να ξεφορτωθούμε την Μέρκελ, μπαίνει βασανιστικά το σημαντικό ερώτημα. Ποιό ελληνικό κόμμα εκφράζει καλύτερα τη σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία; Το ΠΑΣΟΚ (νυν Ελιά) ή η ΔΗΜΑΡ; (Το Ποτάμι αυτοτοποθετείται ως αναποφάσιστο). Το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου που ταυτίζεται με τη μονοθεματική ατζέντα της ΝΔ, καθυβρίζει την υπόλοιπη Κεντροαριστερά, συνοδοιπορεί με την αυταρχική εκτροπή και την ακραία όξυνση των ανισοτήτων και διακηρύσει την σταθερότητα χωρίς να αναγνωρίζει ότι αυτή μπορεί να επιτευχθεί και με άλλο μίγμα πολιτικής; Ή η ΔΗΜΑΡ που πήρε το ρίσκο της συμμετοχής σε μια κυβέρνηση αναγνωρίζοντας το ρόλο της στην κρίσιμη στιγμή της χώρας, επέδρασε καταλυτικά στην αλλαγή παραδείγματος και την αποφυγή του Grexit, δεν ταυτίστηκε με τις αυταρχικές μεθόδους των Μπαλτάκου και σία, ενώ υποστηρίζει σταθερά και αταλάντευτα την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας με διαφορετικό μίγμα μεταρρυθμιστικής και προοδευτικής πολιτικής;

Το δε άλλο δίλημμα περί σταθερότητας εμπεριέχει όλου του κόσμου τις αμφιβολίες. Πρώτον, γιατί όλοι αναρωτιούνται αν αυτή η σταθερότητα που διανύουμε είναι η μοναδική ή υπάρχει καλύτερη και δεύτερον, γιατί αυτού του είδους η σταθερότητα δεν εντάσσει καμία απολύτως αλλαγή στο πολιτικό σύστημα και στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Ιδιαίτερα, δεν εντάσσει καμία προοπτική για την διαφυγή της Ελλάδας απο την σκληρή υφεσιακή κατάσταση, αλλά επιμένει στην ίδια αναποτελεσματική πολιτική. Σαν να ταυτίζει την σταθερότητα με την ακινησία. Σαν να ταυτίζει τη μεταρρυθμιστική λογική με τη λατρεία των αγορών, την απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την ανεργία του 30%. Και μάλιστα αυτό το δίλημμα κατατίθεται από το υποτιθέμενο “προοδευτικό” κομμάτι της κυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου.

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν. Όποιος επιζητεί να “ξεφορτωθεί” την Μέρκελ, να αλλάξουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές, ενώ ταυτόχρονα αναζητά τη σταθερότητα της χώρας με ένα άλλο μίγμα μεταρρυθμιστικής προοδευτικής πολιτικής, η λύση είναι η ψήφος στη ΔΗΜΑΡ. Όλα τα άλλα είναι απλώς προεκλογικά σλογκανάκια.

11 Μαρτίου 2014

Τοποθέτηση στην 2η Συνδιάσκεψη της Οργάνωσης Θεσσαλονίκης της ΔΗΜΑΡ



Έχει 3 ½  χρόνια που ιδρύσαμε την ΔΗΜΑΡ. Στόχος της δημιουργίας του κόμματος ήταν μια αριστερή, ρεαλιστική, υπεύθυνη, δημοκρατική απάντηση στην πολύμορφη κρίση. Μακριά από οχλαγωγίες, μηδενισμούς και ανορθολογισμούς που υπερέβαιναν κατά πολύ τις ιστορικές παρακαταθήκες του Διαφωτισμού και της νεωτερικότητας. Με το βλέμμα πάντα στους αδύναμους αυτής της κοινωνίας, την Ευρώπη, την κοινωνική δικαιοσύνη. Αναγνωρίζοντας τις υπαρκτές κοινωνικές συγκρούσεις, την διάκριση Δεξιάς και Αριστεράς αλλά και τις πολλαπλές ταυτότητες του ατόμου και τις σύγχρονες ανάγκες της χώρας. Απευθυνθήκαμε σε κάθε Έλληνα και σε κάθε Ελληνίδα.
Σε αυτά τα 3 ½ χρόνια εμείς τα είπαμε όλα. Κάναμε την κριτική μας στην Ευρώπη με κριτικό ευρωπαϊσμό αναζητώντας νέους πολιτικούς συσχετισμούς, βρεθήκαμε απέναντι στο πελατειακό κράτος και στις διάφορες ομάδες πίεσης, προτείναμε σε πρότερο χρόνο όλα αυτά που συζητούνται τώρα για τη βιωσιμότητα του χρέους, στοιχειοθετήσαμε τον τρόπο διαπραγμάτευσης, ανοίξαμε τη συζήτηση για τη δημιουργία του τρίτου προοδευτικού πόλου, προτείναμε ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης με έμφαση στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας.
Σε αυτά τα 3 ½ χρόνια πράξαμε πολλά σε σύγκριση με τις ποσοτικές και ποιοτικές δυνατότητές μας. Αλλάξαμε το πολιτικό παράδειγμα διακυβέρνησης, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση καθώς αναγνωρίσαμε την κρισιμότητα εκείνων των στιγμών. Προσφέραμε τη σύνεση και τη νηφαλιότητα στον πολιτικό διάλογο. Συμμετείχαμε στη καθημερινή διαχείριση με μια πολιτική ηθική που στάθηκε απέναντι στη στασιμότητα και των μνημονιακών και των αντιμνημονιακών. Υπηρετήσαμε τον ορθό λόγο με πίστη για το δίκαιο. Ανοίξαμε νέους δρόμους και για τη δημόσια διοίκηση, και για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και για τις περιφερειακές πολιτικές, και για μια ακηδεμόνευτη αυτοδιοίκηση.
Τα κάναμε όλα σωστά; Φυσικά και όχι. Άλλωστε ο αλάθητος ας κλείσει από τώρα θέση στον Παράδεισο. Εμείς παραμένουμε ακόμη στη γη, να πατάμε στα πόδια μας και να προσπαθούμε για το καλύτερο. Γιατί δεν υπάρχει άλλη διαδικασία μάθησης και βελτίωσης από τη συμμετοχή. Και η συμμετοχή μας στη κυβέρνηση ήταν ένα εξαιρετικό μάθημα.
Η ΔΗΜΑΡ δεν είναι ένα κόμμα μόνο του αντι-. Δεν είναι κι ένα κόμμα του άκρατου κυβερνητισμού. Ας μην μετατρέπουμε την αναγκαιότητα ύπαρξης κυβερνώσας αριστεράς σε έναν άγονο και αμετροεπή κυβερνητισμό, σε μια λογική της «πάσης θυσίας» συμμετοχής στην κυβέρνηση. Γιατί η συμμετοχή προϋποθέτει όρους αλλά και αναγνώριση των αναγκών και των δυνατοτήτων.

Η οργάνωση της Θεσσαλονίκης προσπάθησε με μεγάλη σαφήνεια να θέσει τα θέματα της ευρύτερης περιοχής στο προσκήνιο. Να αναδείξει τα περιβαλλοντικά προβλήματα, να προτείνει την σύνδεση των πλεονεκτημάτων της πόλης με την αναπτυξιακή διαδικασία, να ενισχύσει τους κοινωνικούς δεσμούς, να καταθέσει λύσεις για την ΕΥΑΘ, το λιμάνι, τα στρατόπεδα, το ΣΜΑ, το δημόσιο χώρο, τη βαλκανική συνανάπτυξη. Μακριά από την εξυπηρέτηση ευτελών ιδιωτικών συμφερόντων αλλά και τις ακραίες λαϊκιστικές κορώνες. Χρειάζονται ακόμη κι άλλα. Χρειάζεται ενεργότερη συμμετοχή των μελών, άνοιγμα στον ευρύτερο δημοκρατικό και σοσιαλιστικό χώρο, σύνδεση με τα κινήματα και το πανεπιστήμιο. Χρειάζεται προγραμματισμός αλλά και πραγματοποίηση και απολογισμός του προγραμματισμού. Χρειάζεται ανανέωση προσώπων, ανανέωση λόγου, ανανέωση εικόνας.   

Σε αυτόν τον κρίσιμο πολιτικά χρόνο δεν υπάρχουν περιθώρια καθυστέρησης. Η αναγκαιότητα ενίσχυσης της ΔΗΜΑΡ είναι μεγάλη. Οι αυτοδιοικητικές εκλογές αλλά και οι Ευρωεκλογές πρέπει να είναι νικηφόρες. Για να εδραιωθεί και να ανδρωθεί ο τρίτος προοδευτικός πόλος. Για να γίνει το μεγάλο άνοιγμα του κόμματος. Για να κερδίσει η ακηδεμόνευτη αυτοδιοίκηση που στηρίζεται στην αυτενέργεια των πολιτών. Για να υπάρξει ισχυρός αριστερός, προοδευτικός, δημοκρατικός λόγος στην Ευρωβουλή. Ώστε να συμμετέχουμε στις ευρωπαϊκές εξελίξεις και να προσπαθήσουμε να μετακινήσουμε την πολιτική ισορροπία προς τα αριστερά.
Πρέπει να μιλήσουμε στους πολίτες με λαϊκότητα και ντρομπροσύνη. Κοιτώντας τους στα μάτια να δείξουμε το μεγαλείο της δημοκρατίας απέναντι στο φασισμό. Μιλώντας τους ανθρώπινα να τους πείσουμε ότι το μέλλον μας είναι σε μια ομοσπονδιακή Ευρώπη με ισχυρούς δημοκρατικούς και αντιπροσωπευτικούς δεσμούς και όχι σε μια μοναχική παρουσία στη θάλασσα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Ήρθε η ώρα της μάχης. Ήρθε η ώρα των εκλογών.

23 Ιανουαρίου 2014

Η πραγματικότητα όπως είναι

Η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση. Ακόμη κι αν – στο καλύτερο σενάριο – η χώρα έπαιρνε χρήματα χωρίς καμία απαίτηση από τους δανειστές (τζάμπα πράγμα δηλαδή), η χώρα, η οικονομική της δομή, το παραγωγικό της μοντέλο, δεν ήταν ικανά να την κάνουν να ζήσει αξιοπρεπώς. Ακόμη και τότε θα έπρεπε να οδηγηθούμε από μόνοι μας σε βαθιές τομές, όχι μόνο της δημόσιας διοίκησης, αλλά και του παραγωγικού ιστού. Θα έπρεπε δλδ ακόμη και τότε να βγάζουμε τόσα ώστε και να πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας, αλλά και να ταϊστεί ο κοσμάκης. Κι αυτό θα σήμαινε επίσης δάκρυα και πόνο για κάποιους. Πιθανόν όχι για όλους, αλλά σίγουρα κάποιοι θα ήταν στα κάγκελα.

Ήταν τα μνημόνια η απάντηση στην κρίση; Ο χρόνος αποδεικνύει πως όχι, αν και δεν χρειαζόταν να περιμένουμε τον χρόνο. Από την αρχή όλα τα μακροοικονομικά μοντέλα (που αναγνωρίζουν την επίδραση των κοινωνικών διαρθρώσεων, την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και την παραγωγική δομή μιας χώρας) έδειξαν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή με αυτόν τον τρόπο θα οδηγούσε σε σπιράλ ύφεσης, μπαράζ αντικοινωνικών εκδηλώσεων, αποδιάρθρωση της όποιας παραγωγής, διάλυση του κοινωνικού ιστού, κατάρρευση του κράτους πρόνοιας. Ο συνδυασμός των ενδογενών χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας και των εξωγενών ιδεολογικών αγκυλώσεων από ΕΕ και ΔΝΤ φαινόταν από την αρχή ότι ήταν ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία που ζει την κρίση όχι μόνο με έντονο τρόπο, αλλά και με έναν αξιοσημείωτο ανορθολογισμό και μηδενισμό, το δισεπίλυτο αυτό πρόβλημα γίνεται ακατόρθωτο εμπόδιο. Έτσι αναπτύχθηκαν όλες οι ακραίες εκφάνσεις της πολιτικής διαμαρτυρίας και κυρίως οι εύκολες και ανέξοδες ρητορικές, οι αναζητήσεις για τους υπεύθυνους για το κακό μας χάλι στους ξένους, η αμετροέπεια, η έλλειψη σεβασμού στον άλλον, οι θολωμένες σκέψεις, τα άλματα στην πολιτική επιχειρηματολογία, ο μεσσιανισμός.

Είχαν τα μνημόνια καλά πράγματα; Αναμφισβήτητα ναι. Και τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις, και ευρωπαϊκές μεθοδολογίες, και κατευθύνσεις για την αύξηση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα (πχ σύστημα εισροών – εκροών).

Ήταν όμως αυτός ο κεντρικός πυρήνας των μνημονίων; Αναμφισβήτητα όχι. Ο κεντρικός πυρήνας εντασσόνταν στην λογική της εσωτερικής υποτίμησης χωρίς να λαμβάνει υπόψιν τα όρια της κοινωνικής αντοχής, χωρίς δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους, με αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσω απορυθμίσεων στις εργασιακές σχέσεις και μείωση του εργατικού κόστους. Ακόμη και η εξίσωση του φόρου πετρελαίου δεν έγινε για να παταχθεί η φοροδιαφυγή (γιατί αν ήταν αυτός ο σκοπός τότε το σύστημα εισροών-εκροών θα έμπαινε και στα διυλιστήρια και στο ναυτιλιακό πετρέλαιο), αλλά για να μειωθούν οι εισαγωγές πετρελαίου και να αλλάξει το εμπορικό ισοζύγιο. Οι μεταρρυθμίσεις που ήταν αναγκαίες για την χώρα ποτέ δεν προχώρησαν και όσες έγιναν με πολύ αργά βήματα διαβρώθηκαν από δεκάδες “παραθυράκια”.

Υπήρχε άλλη λύση; Μέχρι στιγμής, 3,5 χρόνια μετά το Καστελόριζο, κανένας δεν έχει προτείνει εναλλακτική, ρεαλιστική λύση που να γειώνεται με την πραγματικότητα και τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη. Σ' αυτό δεν φταίει μόνο η αδυναμία μας να ξεπεράσουμε αυτό που ζούμε – το οποίο είναι έντονο και καταλυτικό στη διαχείριση των σκέψεών μας – αλλά και η πλήρης έλλειψη γνώσης και απαραίτητης δόσης ρεαλισμού και σύνδεσης με τα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα. Ακόμη και πριν την κρίση είμασταν ένα κράτος που δεν εξέπεμπε ευρωπαϊσμό, αλλά έναν ιδιότυπο εσωστρεφή και επαρχιωτικό κορπορατισμό. Με ομάδες συμφερόντων που πίεζαν το κράτος για προσπορισμό του δημοσίου χρήματος, με πλήρη αναποτελεσματικότητα των μεταβιβαζόμενων πόρων στο κράτος πρόνοιας, με νοοτροπία εύκολου πλουτισμού με την ελάσσονα προσπάθεια, με παραγωγική δομή τόσο διαφορετική σε σχέση με τα άλλα κράτη της ΕΕ. Τώρα ακόμη περισσότερο στο συλλογικό φαντασιακό ζούμε στην απομόνωση και την αυταρέσκεια του νεοελληνικού brutal τύπου.

Τι μας μένει; Μετά το τέλος των μνημονίων μας περιμένουν τρία χρόνια όπου οι στόχοι του προγράμματος για το πρωτογενές πλεόνασμα φαντάζουν εξωπραγματικοί. Δεν μας μένει παρά να διεκδικήσουμε – στο βαθμό που μπορούμε – καλύτερους όρους για την επόμενη κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού. Η ελπίδα θα ήταν, αυτή η διεκδίκηση να πραγματοποιηθεί με κοινή εσωτερική συμφωνία. Δύσκολο όμως, ιδιαίτερα όταν έχεις ανεβάσει τον πύχη πολύ ψηλά. Και τον πύχη τον ανεβάσαν όλοι. Δεν μας μένει επίσης, παρά να σοβαρευτούμε, να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να ήταν, να αλλάξουμε, να προσπαθήσουμε, να εμπνεύσουμε και να εμπνευστούμε, να προστατεύσουμε όσους πεινάνε, να μετασχηματίσουμε την παραγωγή της χώρας, να γίνουμε πιο δημοκράτες, να διαλύσουμε καθεστηκύιες αντιλήψεις, να γίνουμε πιο γήινοι, πιο αληθινοί.

12 Νοεμβρίου 2013

Πολιτική αφέλεια;



Κάθε φορά που ο μικρός μου γιος με παίρνει τηλέφωνο ο διάλογος είναι συγκεκριμένος:
«Μπαμπά, μπαμπά….»
«Τι είναι αγόρι μου;»
«Μπαμπά, ιιιιιιιιιιιιιιιιι!»
Μόνο εγώ μπορώ να μεταφράσω αυτή την φρασούλα. Ξέρω ότι μου λέει ένα υπέροχο σ’ αγαπώ. Ξέρω επίσης ότι οι πολλοί αδυνατούν να καταλάβουν το μήνυμα του παιδιού. Έτσι ακριβώς όπως και στην κοινωνία. Πολλά μηνύματα εκπέμπονται, λίγα είναι αυτά που καταρχάς μπορούν να μεταφραστούν και κατόπιν να κατανοηθούν. Ζούμε στην εποχή της κρίσης σαν χαμένοι στη μετάφραση.

Είναι αναμφισβήτητο πια, ότι δεν υπάρχει ομαλή διέξοδος από την κρίση. Όποιος το υπερασπίζεται πλέον αυτό, το πιο πιθανό και το λιγότερο επώδυνο είναι,  να είναι αφελής μπροστά στην έκταση της πραγματικότητας. Δεν μπορεί να βρεθεί εύκολη λύση για τη χώρα και τις ανάγκες της. Το ζήτημα πια δεν είναι αυτό.
Σε κάθε κρίση πάντα υπάρχουν κάποιοι που πληρώνουν το μάρμαρο. Το στοίχημα για τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις είναι το ποιος πληρώνει την κρίση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, εκ διαμέτρου αντίθετο με ότι συνέβηκε στη χώρα μας, είναι η αντιμετώπιση της υπερέκθεσης των βρετανικών τραπεζών στα αμερικάνικα subprime δάνεια από την κυβέρνηση του – κατά των εγχώριων επαναστατών – νεοφιλελεύθερου Gordon Brown. Ο Brown προχώρησε σε εθνικοποιήσεις τραπεζών και ανακεφαλαιοποίηση με μεγάλο τίμημα να πληρώνεται από τους τραπεζίτες. Στη χώρα μας το μάρμαρο πληρώνεται από τα ελάσσονα και αδύναμα στρώματα της κοινωνίας.
Η εφαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης, παρά του ότι διαφημιζόταν ως η μοναδική λύση σε ένα νομισματικό περιφερειακό ολοκλήρωμα, μπορεί να έδωσε δείκτες σε θετική κατεύθυνση αλλά δημιούργησε ανθρωπιστική κρίση, τεράστιο παραγωγικό κενό, υστέρηση καινοτομίας και τεχνολογίας, brain drain. Αύξησε την ανταγωνιστικότητα μόνο στο επίπεδο των μισθολογικού κόστους (wage-based competitiveness), ενώ οποιοσδήποτε άλλος διαρθρωτικός ή τεχνολογικός εκσυγχρονισμός που θα λειτουργούσε προσθετικά στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συντρίφτηκε ανάμεσα στην αδιαθεσία του πολιτικού συστήματος και στα πελατειακά δίκτυα. Λάτρεις της ακινησίας και οι «μνημονιακοί» και οι «αντιμνημονιακοί».
Σε αυτήν την κατάσταση αναπτύσσεται και προσπαθεί να πάρει σάρκα και οστά ένας ιδιότυπος συναινετικός κεντρισμός. Ένας σουρεαλιστικός μεταρρυθμιστικός οργασμός που έχει πάψει να αναγνωρίζει τις κοινωνικές συγκρούσεις ως υπαρκτές και φυσικά δεν τις αναγνωρίζει και ως κινητήριους μοχλούς για την κίνηση της κοινωνίας. Εθελοτυφλεί μπροστά στην επανατοποθέτηση των οικονομικών συμφερόντων για τη νομή του δημόσιου χρήματος – όσο υπάρχει αυτό. Αδιαφορεί για την πραγματική εμβάθυνση της δημοκρατίας που στηρίζεται στην εκπόνηση διαφορετικών πολιτικών σχεδίων για τη δόμηση της κοινωνίας. Εξορίζει στην μεταφυσική τον αγώνα για την εξουσία και την ηγεμονία.
Αυτή η μεταρρυθμιστική «σούπα» - που εκτείνεται από τη ΔΡΑΣΗ μέχρι τη ΔΗΜΑΡ περνώντας από το αναπόφευκτο ΠΑΣΟΚ – στερεοποιείται σε κάποιους κοινούς τόπους:
Α) Αποδοχή της αναγκαιότητας των μεταρρυθμίσεων. Φυσικά χωρίς καμία εξειδίκευση, χωρίς επεξεργασία για την κοινωνική αποδοχή, χωρίς – κυρίως – την ένταξη της μεταρρύθμισης σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο. Γιατί η μεταρρύθμιση ως εργαλείο, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ιδεολογική πλατφόρμα και χάνει την χρήσιμη εργαλειακότητά της. Ακόμη και το περίφημο ρεφορμιστικό αριστερό κίνημα ενέτασσε τη μεταρρύθμιση σε ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο για τη δόμηση της κοινωνίας. Στην σημερινή εποχή, αυτή η «σούπα» ξεπερνάει υπαρκτές διαχωριστικές γραμμές ταυτίζοντας πολλές φορές (αφελώς?) την αναγκαία μεταρρυθμιστική προοπτική της χώρας με τη δεξιά ατζέντα του Σαμαρά.
Β) Αποδοχή των καταναγκασμών και των πιέσεων του διεθνούς πλαισίου της παγκοσμιοποιημένης αγοράς χωρίς καμία κριτική διάθεση. Στη λογική του «αφού έτσι είναι τι να κάνουμε» δεν εισάγεται στην συζήτηση καθόλου το θέμα του πολιτικού ελέγχου ή των ρυθμίσεων στις παγκόσμιες ροές του κεφαλαίου. Κάτι που - όσο κι ακούγεται παράξενο είναι υπαρκτό – το θέτουν με σαφήνεια οικονομολόγοι και πολιτικοί από όλο το φάσμα.
Γ) Σαφής επιλογή υπέρ του ιδιωτικού – επιχειρηματικού και πλήρης ταύτιση με τη θεωρία των «αποτελεσματικών αγορών». Η κρίση δεν δίδαξε σε κανέναν από αυτούς που υπερασπίζονται αυτή τη θεώρηση ότι οι αγορές εξακολουθούν να διαμορφώνονται από κατεστημένα συμφέροντα, οι παίκτες δεν είναι πάντα ορθολογικοί, ότι οι αγορές δεν αυτοδιορθώνονται, ότι η απασχόληση δεν αποκαθίσταται αυτομάτως και ότι ένας απορυθμισμένος καπιταλισμός απούσας κυβέρνησης διαλύει τον κοινωνικό ιστό και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Μπορεί οι αγορές να συμβαδίζουν με το δημόσιο συμφέρον, αλλά δεν είναι δυνατό να ταυτίζονται αυτομάτως μαζί του. Από την χρήσιμη όσο και αναγκαία κριτική απέναντι στον κρατικό καπιταλισμό δεν μπορούμε να περάσουμε απνευστί στην πλήρη φιλελευθεροποίηση της αγοράς.
Δ) Δεν υπάρχουν δεξιές και αριστερές απαντήσεις για τα ερωτήματα που επιτακτικά μας βάζει η κρίση. Αυτή η αντίληψη φτάνει μέχρι το να ειπωθεί ότι δεν υπάρχουν αριστερές και δεξιές λύσεις για την ανεργία. Κι έτσι φτάνουμε σε μια άρνηση του δυισμού της νεωτερικότητας. Απορρίπτεται με αυτό τον τρόπο η μάχη των σοσιαλιστών για το τέλος της εκμετάλλευσης, των ανισοτήτων, των προνομίων. Απορρίπτονται με αυτή τη βλακώδης αποστροφή στοχαστές του revision και του reform. Απορρίπτεται ακόμη και ο Bobbio και ο Κάρλο Ροσέλι που υποστήριζε ότι φιλελεύθερος σοσιαλισμός σημαίνει μεταρρύθμιση της κοινωνίας με τέτοιο τρόπο ώστε οι πολίτες να μετατραπούν σε αυθεντικά υποκείμενα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Γίνεται σαφές ότι κάθε απόπειρα πολιτικής εκπροσώπησης, είτε από αριστερά, είτε από δεξιά, είτε από κεντροαριστερά έχει ανάγκη από μια αφήγηση, ένα κοινό αξιακό πλαίσιο κι ένα πρόταγμα, μια κοινωνική αντιστοίχηση.
Η αφήγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει άξονες για την ύστερη μνημονιακή Ελλάδα. Πως θέλουμε να είναι δομημένη, τι κράτος θέλουμε, ποια η θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, ποια θα είναι η αγορά εργασίας, ποια θα είναι η σχέση αγορών και κράτους, θα συντηρηθούν ή όχι προνόμια που προκαλούν ανισότητες, θα υπάρξει θεσμικός πειραματισμός και κοινωνική διαβούλευση, πόσο δημοκρατικές θα είναι οι λειτουργίες της κοινωνίας. Αυτά είναι ερωτήματα που σκιαγραφούν την αφήγηση για το μετά.
Το κοινό αξιακό πλαίσιο δεν μπορεί να μην απαντάει στην προοδευτική ή συντηρητική υπέρβαση της μεταπολίτευσης. Παλαιοδεξιά οπτική του νόμου και της τάξης ή πολιτικός και κοινωνικός φιλελευθερισμός, υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και πολιτιστικός πλουραλισμός; Ένας κατ’ επίφαση ρεαλισμός που οδηγεί στη θεωρία των άκρων ή ένας ριζοσπαστικός πραγματισμός που αναδεικνύει τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις των κοινωνικών δρώντων;
Όσο αφορά την κοινωνική αντιστοίχηση είναι σαφές πια. Δεν έχει λόγο υπάρξης κανένας πολιτικός σχηματισμός αν δεν τον έχει ανάγκη η κοινωνία. Και για να τον έχει ανάγκη θα πρέπει και να διαβάζει την πραγματικότητα ως έχει, αλλά και να απαντάει στις ερωτήσεις που τίθενται.
Σε μια τέτοια βάση δεν χωράνε αποκλεισμοί. Δεν χωράνε αποκλεισμοί για την πολιτική εκπροσώπηση του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Δεν αποκλείονται οι εργαζόμενοι της Ναυπηγοεπισκευαστικής του Περάματος. Δεν αποκλείονται οι άνεργοι της Βιομηχανικής Ζώνης της Σίνδου. Δεν αποκλείονται οι ντιλιβεράδες και οι εργαζόμενοι με μαύρη εργασία. Δεν αποκλείεται η νέα γενιά. Δεν αποκλείονται οι επιχειρηματίες που με πόνο ψυχής βάζουν λουκέτο στις επιχειρήσεις τους. Δεν αποκλείεται το λαϊκό, το ανθρώπινο, το αληθινό. Δεν αποκλείεται η ντομπροσύνη, η ειλικρίνεια, το ευθύ βλέμμα.

Στα παιδιά μας διδάσκουμε να μην παίρνουν βεβιασμένες αποφάσεις. Να ρισκάρουν χωρίς όμως να κάνουν αβέβαιες και ανεύθυνες κινήσεις. Να επενδύουν στο μακροπρόθεσμο και όχι στο βραχυπρόθεσμο. Εμείς γιατί θα πρέπει να συμπεριφερθούμε ως πολιτικά νήπια;

Αντώνης Μιχαλάκης
Χημικός – Ιδ. Υπάλληλος
Μέλος ΚΕ της ΔΗΜΑΡ

10 Ιουνίου 2013

Μερικές σκέψεις για τις δημοτικές εκλογές του 2014

Πλησιάζει η ώρα των αυτοδιοικητικών εκλογών και οι κουβέντες, οι συναντήσεις και οι συσκέψεις έχουν ανάψει για τα καλά. Όλοι συζητούν με κάποιους, άλλοι παραγοντίζουν για μια ακόμη φορά, κάποιοι ονειρεύονται περασμένα μεγαλεία. Η ρευστότητα, η αναζήτηση και αναπροσανατολισμός είναι χαρακτηριστικά δείγματα της υπάρχουσας κατάστασης. Ταυτόχρονα η επιβίωση, άλλοτε ο ρεβανσισμός και ιδιαίτερα η χορήγηση ταυτότητας σημαδεύουν αυτές τις διεργασίες. Τα ερωτήματα είναι υπαρκτά αλλά οι απαντήσεις δεν αναζητούνται. Αντίθετα στο ίδιο έργο θεατές οι πολίτες, με πρωταγωνιστές που μηρυκάζουν τσιτάτα ή χιλιοειπωμένες σκέψεις και ιδέες. Το καινούριο άραγε αργεί;
Χωρίς να θέλω να θέλω να το “παίξω” ειδήμονας ή σωτήρας καταθέτω μερικές σκέψεις για τις δημοτικές εκλογές.

α) Η κριτική που ασκείται στον Καλλικράτη αποπνέει μια μηδενιστική χροιά. Στην λογική ότι έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα – που σαφώς και υπάρχουν – τίθεται συνολικό πλαίσιο άρνησης της έννοιας της διοικητικής μεταρρύθμισης. Πολλές φορές ακόμη και στο όνομα μιας νεφελώδους αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας. Χωρίς εμπεριστατωμένη ανάλυση για το τι έγινε, το τι φταίει και το πως θα διορθώσουμε τα κακώς κείμενα. Η αναγκαιότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι να χαρακτηριστεί ο Καλλικράτης μνημονιακός νόμος και να γλυτώσουμε από την απαίτηση διατύπωσης διορθωτικών λύσεων. Η αναγκαιότητα έγκειται στο γεγονός της ανάπτυξης υγιών μεταρρυθμιστικών προτάσεων για την ευρυθμότερη και δημοκρατικότερη λειτουργία του Καλλικράτη, μακριά από τοπικισμούς, εφήμερους μικροπολιτικούς καιροσκοπισμούς και μηδενισμούς.

β) Η κεντρική πολιτική σκηνή και φυσικά η νέα κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας δεν μπορεί να βρίσκεται έξω από την συζήτηση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Προφανώς και τα νέα οικονομικά δεδομένα δημιουργούν καταστάσεις ασυμφιλίωτες με τις περισσότερες γενιές. Μπορεί όμως η κεντρική πολιτική διαμάχη να μεταφερθεί αυτούσια στην ΤΑ; Η πλήρης μεταφορά της και η σχηματοποίηση ανάμεσα σε “μνημονιακές” και “αντιμνημονιακές” παρατάξεις εξοβελίζει την ανάγκη για σύνθεση, δημιουργία και προώθηση νέων εναλλακτικών αξιόπιστων προτάσεων. Ταυτόχρονα το έντονο προσωπικό στοιχείο που εναποτίθεται σε κάθε αυτοδιοικητική κίνηση αναιρεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τις “διαχωριστικές γραμμές” της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Αντίθετα η άρνηση της κεντρικής πολιτικής διαμάχης οδηγεί σε αποστειρωμένο λόγο και αποστεωμένες πρακτικές. Η ένταξη των σημερινών αναγκαιοτήτων στον αυτοδιοικητικό λόγο για να είναι αποτελεσματική και υπεύθυνη χρειάζεται πρωτοποριακή αντίληψη, ρεαλιστική ανάγνωση της πραγματικότητας, σύνθεση του μεγάλου με το μικρό, απεγκλωβισμό από διχαστικές αντιλήψεις, κοινωνική γείωση και πολιτική απογείωση. Κοινώς να οριστούν νέοι δρόμοι επαναπροσδιορισμού του αυτοδιοικητικού κινήματος.
γ) Τα τοπικά κινήματα πόλης πάντα λειτούργησαν ως φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης των δρώντων. Υπήρξαν βέβαια και λεκτικοί ακροβατισμοί και “φευγάτα” αιτήματα. Εντούτοις δεν μπορεί να παραγνωριστεί η σημασία τους στην ενδυνάμωση της δημοκρατίας, δεν μπορεί όμως και από την άλλη να αγιοποιηθεί ο ρόλος τους. Τα αιτήματα των κινημάτων πόλης είναι καλό να εντάσσονται όχι αυτούσια, αλλά επεξεργασμένα σε ένα γενικότερο πλαίσιο θέσεων και προτάσεων μιας δημοτικής παράταξης που θέλει να έχει σχέση με αυτά. Ο πολιτικός φορέας δηλαδή είναι αναγκαίο να αποκωδικοποιεί, να ενσωματώνει, να προωθεί και να μετασχηματίζει τα αιτήματα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους μιας αυτοδιοικητικής πολιτικής.

δ) Στις στενές οικονομικές συνθήκες που είναι αποτέλεσμα της ευρύτερης οικονομικής κρίσης, ο ρόλος της αυτοδιοίκησης χρειάζεται άμεσο επαναπροσδιορισμό. Εάν δεχτούμε ότι είναι ο πιο κοντινός φορέας άσκησης πολιτικής στον πολίτη, τότε ο αναπροσανατολισμός από τα μεγάλα έργα στην δημιουργία ενός δικτύου κοινωνικής ασφάλειας φαντάζει ως η ενδεδειγμένη λύση. Άρα η επόμενη δημοτική αρχή πρέπει να προσδιορίσει τους τρόπους άσκησης κοινωνικής πολιτικής μεταφέροντας – όπου και όπως μπορεί – πόρους.

ε) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να επιζήσει σε ένα περιβάλλον που σχηματικά θα λέγαμε ότι είναι “περιβάλλον χωρίς φράγκα”. Η υποχρέωση ενός ΟΤΑ να έχει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σημαίνει ότι με συγκεκριμένη κρατική χρηματοδότηση θα πρέπει να κατανείμει τα έξοδα, αλλά και να αναπροσανατολίσει τα έσοδα, προς όφελος των περισσοτέρων. Δεν αρκεί να έχουμε μόνο μια διεκδικητική δημοτική αρχή που θα αναγάγει τη σύγκρουση με την κεντρική εξουσία για διεκδίκηση περισσότερων πόρων (από που άραγε;) σε μανιφέστο πολιτικής. Χρειάζεται να έχουμε μια δημοτική αρχή που θα χρησιμοποιήσει όλα τα σύγχρονα εργαλεία αναπτυξιακής πολιτικής, προσέλκυσης επενδύσεων, ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Στην ουσία χρειάζεται μια δημοτική αρχή που δεν θα σηκώνει μόνο την γροθιά αλλά θα έχει εναλλακτικές προτάσεις. Εάν η μέχρι τώρα αντίληψη ήταν “κάνω ελλειμματικούς προϋπολογισμούς και το έλλειμμα το καλύπτω είτε με δάνεια, είτε με αύξηση της κρατικής επιχορήγησης”, αυτό πρέπει να αλλάξει. Ένας υγιής δήμος προσφέρει ίσες, ποιοτικές υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, με το λιγότερο δυνατό κόστος και την μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα.

στ) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να εργαστεί προς την κατεύθυνση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος για την περιοχή. Λαμβάνοντας υπόψη της όλες τις οικονομικές, τεχνικές και πολιτικές προϋποθέσεις για ένα τέτοιο εγχείρημα, χρειάζεται να προωθήσει νέες ιδέες για την πόλη. Η έννοια του city branding, η θεσμοθετημένη κοινωνική οικονομία μέσω της οποίας μπορεί να αυξηθεί η απασχόληση (πχ. Οι περιαστικοί καλλιεργητές του Καρατάσιου θα μπορούσαν να ήταν θεσμικά προφυλαγμένοι αν εντασσόταν ως φορέας του Δήμου), η προσέλκυση άμεσων επενδύσεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας (incubators), η εκμετάλλευση του μεγάλου οικοδομικού κεφαλαίου που προέκυψε από την αποβιομηχάνιση των καπνομάγαζων, ο σχεδιασμός και η ρυμοτόμηση βιοτεχνικών ζωνών (κυρίως μεταποιητικών μονάδων) με συγκεκριμένες υποδομές και αδειοδοτήσεις (ώστε να σταματήσει και το φαινόμενο των παράνομων χυτηρίων), ο συνδυασμός πολιτισμού-περιβάλλοντος είναι μόνο μερικές από αυτές τις ιδέες.

ζ) Η επόμενη δημοτική αρχή θα πρέπει να υπερασπιστεί το δημόσιο χώρο με γνώμονο το συμφέρον των πολιτών. Ταυτόχρονα να σπάσει πελατειακά αποστήματα που ξεκινούν από τις σχέσεις με διάφορα εργολαβικά συμφέροντα (ας δούμε λίγο πως εξελίχθηκε η αστικοποίηση και η ανοικοδόμηση στην Νικόπολη και την Ευκαρπία) και καταλήγουν σε σχέσεις πάτρωνα – πελάτη.

Μια νέα δημοτική αρχή αυτού του είδους δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια νέα δημοτική παράταξη. Μία μεγάλη, εναλλακτική, αξιόπιστη παράταξη. Με ηθικά ακέραιους ανθρώπους, γνώστες, αφοσιωμένους, νέους. Που δεν θα πετούν στα σύννεφα, αλλά και τα σύννεφα δεν θα σκοτεινιάζουν το βλέμμα τους. Που θα γνωρίζουν ότι το καινούριο δεν προκύπτει από παρθενογένεση αλλά μέσα από μετασχηματισμούς, ανταλλαγές απόψεων, ενσωμάτωση νέων ιδεών και πρακτικών, μετουσιώσεις. Που ήδη γνωρίζουν ότι το καλό και το σωστό δεν είναι το αρεστό. Μια τέτοια δημοτική παράταξη είναι αναγκαία και χρήσιμη.

24 Απριλίου 2012

Δεν μας αρμόζει...


Οι εκλογές της 6ης Μαΐου είναι πραγματικά κρίσιμες. Μια πολυεπίπεδη κρίση οικονομίας, θεσμών και αξιών μαστίζει τη χώρα. Το σπιράλ ύφεσης και ανεργίας διαλύει την κοινωνική συνοχή. Το παλιό κομματικό σύστημα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.

Η χώρα πρέπει να αφήσει πίσω το παθογόνο μοντέλο των διάχυτων νοοτροπιών χαμηλής απόδοσης, μειωμένης κοινωνικής ευθύνης, ατομικού σφετερισμού του δημόσιου χώρου και των πόρων μελλοντικών γενεών. Η δανεική ευδαιμονία ήρθε στο τέλος της.

Είναι ανάγκη να προχωρήσουμε στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις με προοδευτικό πρόσημο. Είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα.

Η Δημοκρατική Αριστερά πιστεύει πως υπάρχει επιλογή για μια άλλη Ελλάδα, μακριά από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης. Για μια Ελλάδα που παράγει, που ενισχύει τους νέους ανθρώπους, που στηρίζει τις νέες ιδέες. 
 
- Με διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο με αναδιάρθρωση του πρωτογενούς και ενίσχυση του δευτερογενούς τομέα,
- Mε σύγχρονο, αποτελεσματικό και επιτελικό κράτος μακριά από εκδουλεύσεις και πελατειακές σχέσεις,
- Mε δίκαιη κατανομή των βαρών,
- Mε ριζοσπαστικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα με στόχο την δημοκρατική εμβάθυνση και τη συμμετοχή του πολίτη,
- Mε σαφές και σταθερό φορολογικό σύστημα,
- Mε σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό.

Η χώρα έχει τις αντικειμενικές δυνατότητες όχι μόνο να αποφύγει την κατάρρευση, αλλά να
κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου.
Η Δημοκρατική Αριστερά διατυπώνει μια διαφορετική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης. Ανοίγει νέους δρόμους δημιουργικής υπέρβασης και φυγής προς τα μπρος. Επικεντρώνει σε άμεσες λύσεις που μπορούν να διεκδικηθούν στο πεδίο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Δείχνει τον δρόμο της ενεργούς παρέμβασης στη ροή των πραγμάτων για την αλλαγή της πορείας τους προς προοδευτική κατεύθυνση.

Δεν μας αρμόζει μια κοινωνία διαλυμένη. Δεν μας αρμόζει μια νέα γενιά χωρίς όνειρα.
Δεν μας αρμόζει ένας λαός χωρίς αισιοδοξία.
Γνωρίζουμε τα λάθη, γνωρίζουμε τους υπεύθυνους της σημερινής κατάστασης, γνωρίζουμε τις ανάγκες της συγκυρίας. Με πρόταση και πρόγραμμα διεκδικούμε την ριζική ανατροπή και την αλλαγή πορείας της χώρας. Χρέος μας ο διαρκής αγώνας. Στόχος μας η νίκη


17 Απριλίου 2012

Ανάπτυξη: Λόγια κενού νοήματος;


Αν ο κύκλος των συζητήσεων για τις επιπτώσεις των Μνημονίων καλά κρατεί, ένας νέος κύκλος ανοιγει επιτακτικά για τη χώρα. Μπροστά στο σπιράλ ύφεσης, πληθωρισμού, χρέους, ελλειμμάτων αντιπαρατίθεται πλέον το ερώτημα της αναπτυξιακής διαδικασίας. Όμως το ερώτημα παραμένει αποκαμωμένο από απαντήσεις δύστοπες χωρίς εννοιολογική υπόσταση. Μεταφέρεται έτσι στο διηνεκές μια συζήτηση που πρέπει να είναι και άμεση χρονικά αλλά και να προηγείται στην ακολουθούμενη πρακτική πολιτική.

Τι σημαίνει ανάπτυξη; Ανάπτυξη είναι η βελτίωση της παραγωγής πλούτου από τους οικονομικούς συντελεστές. Σχηματικά η αύξηση του εγχώριου παραγόμενου προϊόντος σημαίνει ότι είμαστε σε αναπτυξιακή διαδικασία. Και το ερώτημα τίθεται επί τάπητος: σε αναπτυξιακή ή σε μεγεθυντική;

Για να βελτιώσει μια χώρα το παραγόμενο προϊόν υπάρχουν δύο βασικοί δρώντες. Το δημόσιο ή αλλιώς η επιχειρηματικότητα του δημοσίου και η ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε μια εποχή όπου βασική συνισταμένη όλων των πολιτικών είναι η μείωση των ελλειμμάτων, των δαπανών του δημοσίου, και συνακόλουθα του δημόσιου χρέους, η όποια συζήτηση περί προγράμματος δημοσίων επενδύσεων καθίσταται αυτομάτως ιδιαίτερα προβληματική. Μόνο σε περιπτώσεις συνέργειας με την ΕΕ θα μπορούσε το ελληνικό δημόσιο να συμμετάσχει σε αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, κυρίως όμως σε προγράμματα και έργα που άπτονται υποδομών της χώρας. Έτσι το ΕΣΠΑ σε συνεργασία με την Task Force αλλά και Περιφερειακοί Σχεδιασμοί κυρίως προσανατολίζονται σε κατασκευαστικά μεγάλα έργα τα οποία κοστίζουν, συνεισφέρουν βεβαίως με θέσεις εργασίας και πρόσκαιρη αύξηση του πλούτου αλλά με εξαιρετικά μικρό συντελεστή απόδοσης (πχ. Για την επέκταση του μετρό της Αθήνας στον Πειραιά κοστολογείται ένα ποσό των 600 εκατ. Ευρώ για 2000 νέες θέσεις εργασίας. Δηλ. Μία θέση κοστίζει 300000 ευρώ).

Από τη νέα δανειακή σύμβαση των 130 δις ένα κομμάτι κατευθύνεται για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του Δημοσίου προς τους προμηθευτές του. Η λογική λέει ότι η διοχέτευση ζεστού χρήματος στην αγορά αναθερμαίνει την οικονομική δραστηριότητα και προοιωνίζει θετικούς ρυθμούς για την ανάπτυξη. Η λειτουργία της αγοράς όμως διέπεται έντονα από τυχαιότητα αλλά και από παράγοντες πρόσκαιρης ωφελιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι λαμβάνοντας τα χρήματα οι προμηθευτές του Δημοσίου δεν είναι απαραίτητο ότι θα τα ξαναδιοχετεύσουν στην αγορά ενισχύοντας τη κίνησή της (πιθανόν ένα σημαντικό τμήμα να ξαναμπεί, όμως στην κατάσταση που είμαστε πρέπει να μπουν όλα). Συνεπώς είναι απαραίτητη μια παρεμβατική δράση μέσω κινήτρων, δράσεων και ενός πλαισίου για την επαναδιοχέτευση των χρημάτων.

Επίσης από το πακέτο της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών είναι σαφές ότι το ζεστό χρήμα που θα πάρουν οι τράπεζες θα μπορούσε να επιδιωχθεί να οδηγηθεί στη ρευστότητα της αγοράς. Οι τράπεζες όμως το πιο πιθανό είναι να επιλέξουν ασφαλείς χρηματοροές. Π.χ ΔΕΗ, ΟΤΕ και κατασκευαστικά. Κι εδώ με παρεμβάσεις θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική κατεύθυνση.
Γιατί είναι όμως αναγκαία μια διαφορετική στόχευση της ρευστότητας; Ή να το πούμε αλλιώς, που θα τοποθετούνε τα λεφτά για να έχουμε όχι πρόσκαιρες και μικρές αποδόσεις σε αναπτυξιακό επίπεδο αλλά μεσομακροπρόθεσμα και μεγάλες αποδόσεις; Αν υπολογίσουμε δε και την προσπάθεια για αυξημένη ρευστότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών που έκανε η ΕΚΤ με τη χορήγηση 1 τρις με τις δύο επιχειρήσεις τριετούς δανεισμού, χωρίς αποτέλεσμα μιας και η κρίση εξαπλώνεται σε Ισπανία και Ιταλία, τότε τίθεται σε βαθιά αμφισβήτηση το επιχείρημα της τόνωσης της οικονομίας με ζεστό χρήμα.

Έχω την εκτίμηση ότι από αυτή την επιλογή – δηλαδή το ποια κατεύθυνση θα επιλεγεί για την στόχευση της ρευστότητας – θα δημιουργηθεί, σε πρωτόλεια μορφή βέβαια, το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Άρα είναι σημαντική η επιλογή για το που θα πάνε τα όποια λεφτά διοχετευτούν στην αγορά. Ο στόχος πρέπει να είναι η αλλαγή του χαρακτήρα της ανάπτυξης με προτεραιότητα σε δραστηριότητες με μεγάλο εισοδηματικό πολλαπλασιαστή και ιδιαίτερα σε τομείς διεθνώς εμπορεύσιμους.

Η Αριστερά που ονειρευόμαστε...


Η Αριστερά που ονειρευόμαστε έχει ως ένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά την επικοινωνία, το συνεχή διάλογο με την κοινωνία. Όχι απλώς με μια εργαλειακή χρήση αλλά με μια βαθύτερη εμπιστοσύνη στις κοινωνικές δυνάμεις.

Επιδιώκουμε την αμφίδρομη σχέση του κόμματος μας με τους πολίτες.

Αναζητούμε τους τρόπους εκείνους ώστε αυτή η αμφίδρομη σχέση να είναι δημιουργική και αποτελεσματική.

Η Δημοκρατική Αριστερά θέτει σε συνεχή κριτική και αμφισβήτηση τις ρηματικές της αναπαραστάσεις, συνομιλεί και συνδιαμορφώνει πολιτικές θέσεις μαζί με την κοινωνία των πολιτών, επαναδιαπραγματεύεται ένα νέο αξιακό ορίζοντα για την πολιτική μακριά από το εφήμερο της ιδιώτευσης, επικοινωνεί με τα νέα κοινωνικά κινήματα.

Η χορογραφία αυτών των δράσεων επαναφέρουν το Πολιτικό στο κέντρο της δημοκρατίας εντάσσοντας την ιδέα του δημόσιου λόγου και προτάσσοντας τον πολίτη μπροστά από τα όποια μικροκομματικά οφέλη.

Αναγνωρίζουμε ότι το εγχείρημα μας δεν είναι εύκολο. Επισημαίνουμε τις αντινομίες και τις δυσκολίες. Τις ιδιαιτερότητες της εποχής και την πλουραλιστική προοπτική της. Βασική μας θέση είναι ότι δεν κατέχουμε την Απόλυτη Αλήθεια. Έχουμε όμως τη βαθιά πεποίθηση ότι η τόλμη ανήκει στη σύγχρονη, την καινοτόμο Αριστερά. 

Στόχος μας είναι οι πολίτες να παράγουν πολιτική σκέψη και δράση, χωρίς την ασφυκτική κηδεμονία πεφωτισμένων ηγεσιών που γνωρίζουν καλύτερα και από πριν αυτό που είναι καλύτερο για αυτούς πριν από αυτούς ή ακόμα χειρότερα χωρίς αυτούς.

06 Απριλίου 2012

Ανάκατες σκέψεις για την οικονομική κρίση


Το Μνημόνιο ήρθε για να αντισταθμίσει τις δανειακές ανάγκες της χώρας. Πιο συγκεκριμένα η αύξηση των spreads των ελληνικών ομολόγων σε ανεξέλεγκτα επίπεδα, το έλλειμμα-ρεκόρ στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η αύξηση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, κατέστησαν ιδιαίτερα ακριβή την όποια δανειακή επαναχρηματοδότηση των αναγκών της χώρας. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στο μηχανισμό στήριξης και στο μνημόνιο 1 με εκτροχιασμένα τα δημόσια οικονομικά, με κρατικές και επιχειρηματικές ελίτ που λυμαίνονταν το δημόσιο χώρο, με αποσαρθρωμένη παραγωγική βάση, με ένα μοντέλο παραγωγής πλούτου που στηρίζονταν στην παραγωγή εύκολου κέρδους χωρίς, από την άλλη καμία διάθεση επανεισαγωγής των κερδών στον παραγωγικό κύκλο, με δαιδαλώδη, κοστοβόρο και αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα. Κυρίως όμως εισήλθε με μία έκπληξη χαραγμένη στο μυαλό όλων των ελλήνων πολιτών. Δεν ήταν μακριά ο καιρός που ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ διακήρυσσε την σιδερένια ασφάλεια της ελληνικής οικονομίας απέναντι στους τριγμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος από την πτώση της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ. Δεν ήταν μακριά ο καιρός που ο μετέπειτα πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αναφωνούσε «λεφτά υπάρχουν».

Η προσφυγή στο ΔΝΤ για την κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων μιας χώρας πάντα συνοδεύεται από σκληρά μέτρα διαρθρωτικής πολιτικής, που συνήθως συμπιέζουν τα χαμηλά και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Ταυτόχρονα σε επίπεδο ψυχολογικής προσέγγισης υπάρχει μια άρνηση του συλλογικού φαντασιακού να αποδεχτούμε την «επίβλεψη» επιμέρους τομέων της δραστηριότητας του ελληνικού κράτους από άλλους. Μια μορφή «ταπείνωσης» που εξειδικεύεται και στα συνθήματα περί κατοχής, Γερμανών που ξανάρχονται, απώλειας της εθνικής κυριαρχίας κτλ.

Οι βασικές παραδοχές του Μνημονίου 1 ήταν:
α) Ο ανώτατος πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης θα φτάσει το 2,7% από το 2015
β) Ο πληθωρισμός δεν προβλέπεται να ξεπεράσει το 1,5%
γ) Μέχρι το 2013 το δημόσιο χρέος επιβαρύνεται με 8% από αναλήψεις χρεών
δ) Το πρωτογενές πλεόνασμα που απαιτείται αγγίζει το 6% το 2014.
Τίποτα από αυτά δεν επιτεύχθηκε γι' αυτό και οδηγηθήκαμε στο PSI και στη νέα δανειακή σύμβαση με το Μνημόνιο 2.

Ο ιδεολογικός πυρήνας του Μνημονίου στηρίζεται στη συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης. Αυτό σημαίνει προφανώς λιτότητα, μείωση των δαπανών του κράτους, αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της αύξησης των φορολογικών συντελεστών εμμέσων και άμεσων φόρων, όπως και με την διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Κατ’ επέκταση – κι εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα – υπάρχει αποδιάρθρωση του όποιου σχεδίου κοινωνικής προστασίας.

Στο ερώτημα αν η συνταγή του Μνημονίου ήταν λάθος ή σωστή πρέπει να δούμε την ελληνική πραγματικότητα έτσι ακριβώς όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι για να επιτύχει το μνημόνιο. Πρέπει δλδ να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας ότι το ανώτερο πρωτογενές πλεόνασμα που πέτυχε ιστορικά η Ελλάδα είναι περίπου 3,6% το 1999.
Χρειαζόταν εσωτερική υποτίμηση; 
Η νομισματική υποτίμηση είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγόμενων προϊόντων, να μειώσει τις τιμές τους, κυρίως όμως σε χώρες που έχουν δικό τους νόμισμα. Σε μια περιφερειακή νομισματική ολοκλήρωση όπως η Ευρωζώνη, τι μπορεί να κάνει μια χώρα μέλος της ώστε να ασκήσει το εργαλείο της υποτίμησης;
Μόνο εσωτερική υποτίμηση. Με άλλους όρους η εσωτερική υποτίμηση ταυτίζεται με αυτό που λέμε αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου, ή σε ένα άλλο επίπεδο από-ανάπτυξη. Ο άκρατος καταναλωτισμός που στήριζε και τη διεύρυνση του ΑΕΠ ήταν προφανές ότι έπρεπε να μεταβληθεί. Έπρεπε να αλλάξει το καταναλωτικό πρότυπο όχι με μια ηθικολογική προέκταση αλλά με μια επι της ουσίας συζήτηση για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Δλδ το τι παράγεις, τι καταναλώνεις, τι έσοδα έχεις τι έξοδα κάνεις ως χώρα. Η συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης δημιούργησε κενά διότι ήταν αποσυνδεδεμένη από την αύξηση του ΑΕΠ – από αυτό που λέμε αναπτυξιακή προοπτική – αλλά και από τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας που σχετίζοταν με αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος. Δεν έλαβε υπόψη της - κυρίως στα νούμερα – τις παθογένειες της δημόσιας διοίκησης και της παραγωγικής βάσης, δεν προσδιόρισε στο βαθμό που αυτό θα ήταν εφικτό, μια άλλη δομή της οικονομίας.

Τι σημαίνει ενίσχυση της ζήτησης στην εσωτερική αγορά;
Ενίσχυση της ζήτησης σημαίνει αυξημένη αγοραστική δύναμη για τους πολίτες. Τι θα επιλέξουν όμως αυτοί να αγοράσουν; Αν λάβουμε υπόψη μας το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι πιο πιθανό μια μη στοχευμένη αύξηση της ζήτησης να οδηγήσει σε μεταφορά πλούτου προς τις χώρες από τις οποίες προέρχονται τα εισαγόμενα προϊόντα με αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα στο ισοζύγιο. Συνεπώς μια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης μπορεί να εξειδικευτεί σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας έχει να κάνει με την ευρωπαϊκή διάσταση. Αύξηση της ζήτησης στην Ευρώπη θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των προϊόντων με αποτέλεσμα την έμμεση αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς μείωση του ισοζυγίου λόγω της αύξησης της κατανάλωσης ελληνικών προϊόντων. Για να επιτευχθεί όμως αυτό είναι αναγκαία μια στοχευμένη πολιτική ανάδειξης των ελληνικών προϊόντων στην εγχώρια αγορά. Τούτο σημαίνει ότι ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Όμως ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι υψηλότερος από την ευρωζώνη λόγω της συνέχισης της αύξησης του κοστους των υπηρεσιών που προσφέρει το κράτος (κυρίως λόγω της αύξησης της φορολογίας). Αν λάβουμε υπόψη μας και την αβεβαιότητα που υπάρχει για τις τιμές του πετρελαίου και των σιτηρών καθώς και για την ισοτιμία ευρώ-δολλαρίου, τότε η αύξηση στον πληθωρισμό είναι σχεδόν σίγουρη.
Οι συνέπειες είναι η μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Η αύξηση του πληθωρισμού δημιουργεί αύξηση του ελληνικού ευρώ (σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία) με αποτέλεσμα ένας από τους στόχους του Μνημονίου να καθίσταται έωλος.

Στη συνολική προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας τα διεθνώς μη εμπορεύσιμα προϊόντα αποτελούν τουλάχιστο το 35% (30 ο δημόσιος και 5 ο κατασκευαστικός). Δεν συμπεριλαμβάνεται το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών του λιανικού εμπορίου.
Ο τομέας των υπηρεσιών παράγει το 78% του ΑΕΠ, ο βιομηχανικός το 12% και ο αγροτικός το 3,6%. Οι υπηρεσίες συμμετέχουν κατά 65% στις εξαγωγές, η μεταποίηση κατά 26% και ο αγροτικός τομέας κατά 9%.

Το φαινόμενο στασιμοπληθωρισμού που ενυπάρχει αυτή τη στιγμή στην ελληνική οικονομία είναι αποτέλεσμα όχι μόνο των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας αλλά και των πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής του Μνημονίου. Η δημοσιονομική προσαρμογή μιας χώρας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι σχετίζεται με δύο προσανατολισμούς. Ο πρώτος είναι άμεσος και συνδέεται με τα οικονομικά αποτελέσματα της μικροοικονομίας (η περίφημη θεραπεία του σοκ), ενώ ο δεύτερος συνδέεται με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας. Ο πρώτος παρέχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα που συνήθως δίνουν χρόνο και παράταση στην οικονομία για την αποφυγή της χρεωκοπίας. Δεν ενισχύει όμως την όποια σταθεροποιητική κατάσταση σε βάθος χρόνου. Αντίθετα οξύνει κοινωνικες συγκρούσεις, διαλύει την κοινωνική συνοχή, στηρίζεται σε αναζήτηση εύκολων έσοδων και μείωσης εύκολων δαπανών (υγεία, παιδεία). Ειδικότερα η μείωση των δαπανών, λόγω της αναγκαιότητας της κατάστασης, οδηγεί σε μη ορθολογικές αποφάσεις, μη αναζήτηση ισοδυνάμων, σε ανισορροπία των ποσοτικοποιήσεων κόστους – οφέλους. Το πρόβλημα αυτό φάνηκε έντονα στην ελληνική περίπτωση όπου η αναγκαία παρουσίαση ευνοϊκών οικονομικών μεγεθών για την εκταμίευση των δόσεων του δανειου οδήγησε σε νομοθετικά εξαμβλώματα, σε αναβλητικότητα για τις απαραίτητες μεταρρυθμιστικές τομές και σε μια λατρεία των αριθμών.
Ο δεύτερος προσανατολισμός έχει να κάνει με την μακροσκοπική εικόνα της οικονομίας. Τομές και ρήξεις με το παρελθόν, μεταρρυθμίσεις που απαιτούν ρίσκα αλλά και κοινωνική αποδοχή, στόχευση για το μέλλον του παραγωγικού δυναμικού, βέλτιστη εκμετάλλευση των πόρων για το καλύτερο αποτέλεσμα, αναζήτηση εναλλακτικών σεναρίων για την σπάνιν των πόρων.

Σημαντικός επίσης παράγοντας στην επιτυχία ή αποτυχία ενός προγράμματος διαρθρωτικών αλλαγών είναι η χρονική αλληλουχία των μέτρων που λαμβάνονται. Ακόμη και με τη νεοφιλελευθέρη σκοπιά αν το δει κάποιος προηγούνται οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις κι έπονται οι μισθολογικές παρεμβάσεις. Επίσης στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προηγούνται οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντος και μετά στην αγορά εργασίας που είναι πιο επώδυνες.

Η ανταγωνιστικοτητα τιμών δεν είναι κρίσιμο μέγεθος για την βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου. Οικονομετρικά υποδείγματα δηλώνουν την πολύ μικρή ευεργετική επίδραση στην ανταγωνιστικότητα. Επιχειρήματα που υποστηρίζουν ότι από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό υποδαυλίζουν την αναβλητικότητα στην βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.

23 Φεβρουαρίου 2012

Περί εκτίμησης κόστους – οφέλους. Μια συζήτηση για το βασικό μισθό.


Πάντοτε κάθε πολιτική στρατηγική επικεντρώνεται στην εξεύρεση αποδείξεων ότι τα οφέλη της εφαρμογής της είναι περισσότερα από τα κόστη της. Έτσι διάφορες αυτάρεσκες αναλύσεις με το προσωπείο της “επιστημονικής αλήθειας” χρησιμοποιούνται κατά κόρον για την καλό της μιας ή της άλλης πολιτικής. Ακόμη πιο έντονα παρουσιάζεται αυτό στην οικονομία, παρά του ότι οι προβλέψεις για τις μελλοντικές καταστάσεις διέπονται από υψηλά ποσοστά αβεβαιότητας λόγω δυσμενέστερων ή ευνοϊκότερων εξελίξεων, πάντοτε αναφορικά με τα οικονομικά μεγέθη. Αυτές οι εκτιμήσεις κόστους-οφέλους διέπονται επίσης από πολλές “γκρίζες ζώνες” και μάλιστα τις περισσότερες φορές αρκετά μεροληπτικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκτίμηση για την μείωση του βασικού μισθού. Η κυρίαρχη άποψη συγκλίνει στο συμπέρασμα ότι η μείωση του βασικού μισθού οδηγεί προφανώς σε μείωση του μισθολογικού κόστους με αποτέλεσμα την αύξηση των άμεσων επενδύσεων από το ιδιωτικό κεφάλαιο, την μείωση των τιμών των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας με βάση το κόστος. Δεν μπαίνει στη συζήτηση καθόλου η επίδραση που έχουν τα ανελαστικά κόστη (τιμές πετρελαίου, ενέργειας, διοικητικά έξοδα, κόστη μεταφοράς), τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων ή ακόμη και τα ιστορικά πλαίσια μιας οικονομίας. Ταυτόχρονα δεν υπολογίζονται οι ζημιές α) σωματικής και πνευματικής φθοράς από ανεπαρκή διατροφή, ακατάλληλη σίτηση, ανεπαρκή ιατρική περίθαλψη, β) αύξησης της μικροπαραβατικότητας, γ) χαμηλής επένδυσης στην εκπαίδευση και την επαγγελματική ειδίκευση, δ) διαβίωσης σε ακάθαρτες μη ασφαλείς περιοχές, ε) δοσοληψίας με την αστυνομία, τα δικαστήρια και τις φυλακές. Αν υπήρχαν ποσοτικοποιημένες αυτές οι ζημιές και ήταν ενσωματωμένες στην εκτίμηση κόστους – οφέλους για την μείωση του βασικού μισθού τότε μπορεί η εκτίμηση αυτή να οδηγούσε σε διαφορετικά συμπεράσματα. Δηλαδή, κάθε μελέτη κόστους – οφέλους πραγματεύεται επιλεκτικά μόνο κάποιες από τις επιδράσεις που έχει το κύριο ερώτημα.

Με τον ίδιο τρόπο τα συνδικάτα αποδεικνύουν ότι οι αυξήσεις των βασικών μισθών επιφέρουν κοινωνική γαλήνη, αύξηση του βιοτικού επιπέδου, ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής κ.α. Δεν αναφέρονται ή δεν υπολογίζουν το όποιο πιθανό κόστος θα έχει η αύξηση του μισθού στην απασχόληση, στις τιμές των προϊόντων ή στην προσέλκυση άμεσων επενδύσεων.

Τελικά εκείνο που κερδίζει την πολιτική μάχη δεν είναι η “επιστημονικότητα” της απόδειξης αλλά το πόσους πόρους από τις δημόσιες σχέσεις έχει δεσμεύσει η κάθε πλευρά.

02 Νοεμβρίου 2011

Μια εκρηκτική καταδίκη

Η 28η Οκτωβρίου 2011 θα μείνει στην ιστορική μνήμη για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι φυσικά η ματαίωση της στρατιωτικής παρέλασης στη Θεσσαλονίκη και ο δεύτερος η χωρίς όρια, κρίση και σκέψη, συμμετοχή πολλών από το πλήθος που πήγαν να παρακολουθήσουν την παρέλαση, στις αποδοκιμασίες απέναντι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αλλά και συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα. Μια σοβαρή ανάλυση είναι αναγκαίο να αξιολογήσει τα γεγονότα και να δει τις επιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη της όλα τα δεδομένα. Αυτό θα προσπαθήσουμε να πράξουμε παρακάτω.
 Ευθύς εξαρχής να αναφέρουμε ότι είμαστε ενάντια στη διεξαγωγή των παρελάσεων και δη των στρατιωτικών διότι δεν θεωρούμε ότι παίζουν κάποιο ρόλο στην κατανόηση της ιστορίας και στη συλλογική μνήμη. Η αξιακή αυτή στάση μας έχει να κάνει όχι μόνο με το ότι οι παρελάσεις είναι απότοκο μιας περιόδου εθνικής διχοτόμησης βάση του σχήματος εθνικόφρονες-μη εθνικόφρονες, αλλά και για λόγους κοινωνικού, πολιτικού και ιστορικού εκσυγχρονισμού. Η ιστορική μνήμη κατακτιέται με κριτική γνώση και παιδεία και όχι με μιμητικό βηματισμό. Η τιμή στους προγόνους αποδίδεται με διεύρυνση και εμβάθυνση της δημοκρατίας και όχι με συμμετοχή σε στείρες εορταστικές εκδηλώσεις. Οι στρατιωτικές και οι μαθητικές παρελάσεις προφανώς δεν χρειάζονται. Οι όροι όμως του κοινού δημοκρατικού συμβολαίου βοηθούν όποιον είναι αντίθετος στις παρελάσεις να μην συμμετέχει σε αυτές, ενώ του δίνουν τη δυνατότητα σε θεσμικό επίπεδο να εισηγείται την κατάργησή τους.
 Αναμφισβήτητα ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου αναφέρεται στην τιμή και στη μνήμη του αντιφασιστικού αγώνα του ελληνικού λαού. Ανεξάρτητα του πως ο καθένας αντιλαμβάνεται την απόδοση τιμής στους αγωνιστές, ενέργειες που προσβάλουν μια σημαντική μέρα που συμβολίζει το μεγάλο αντιφασιστικό αγώνα, δημιουργούν έντονες διαδικασίες αποσάρθρωσης των όποιων διεκδικήσεων για δημοκρατική εμβάθυνση, ακόμη και διαδικασίες επιβολής της μια άποψης . Έχουμε σαφώς ταχθεί κατά των στρατιωτικών παρελάσεων αλλά αυτό δε σημαίνει ότι επιβάλλουμε την κατάργηση τους .Εξάλλου η όποια επιβολή της κατάργησής τους είναι πιθανόν να δημιουργήσει αντίρροπες πράξεις που θα καταργούν πολύ πιο εύκολα τις δυνατότητες για δράσεις που κάνουν διάφορες δυνάμεις της Αριστεράς. Ταυτόχρονα όμως δεν πιστεύουμε ότι οι παρελάσεις αποτελούν χώρο για την έκφραση των πολιτικών διαφορών και συγκρούσεων. Η αξιοποίηση τους για τη δημιουργία τηλεοπτικής εικόνας νικηφόρας μάχης (αλήθεια ενάντια σε ποιον παρατεταγμένο εχθρό; ) και η μέθη για την φαντασιακή λαϊκή κατάληψη του δρόμου (από ποιόν;) δε συνιστούν νίκη του λαϊκού κινήματος αλλά αντίθετα μια κινηματική φαντασίωση που επιδεινώνει τους συσχετισμούς και την προώθηση προοδευτικών λύσεων. Κι αυτό γιατί προσβάλει την αντιφασιστική μνήμη ταυτίζοντας την ημέρα με αντιδράσεις δεξιού χαρακτήρα, δίνοντας τη δυνατότητα στο ΛΑΟΣ και τη ΝΔ να κινδυνολογήσουν υπέρ μιας νέας χλωμής εθνικολαϊκής ενότητας..Ταυτόχρονα επιχειρεί, παρουσιάζοντας τη χώρα υπό καθεστώς κατοχής, να συντηρήσει τον εθνικισμό και να αναζωπυρώσει συντηρητικές διεξόδους.
 Στο παρελθόν πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς χρησιμοποιούσαν την παρέμβαση κατά την διάρκεια της παρέλασης ως μέσο αντιεθνικιστικού ακτιβισμού και έκφρασης αντίστοιχων μηνυμάτων. Δεν ήταν ποτέ μια σοβαρή μάχη – κάποιες συγκρούσεις για τα μάτια του κόσμου μέσω της τηλεόρασης, χωρίς όμως να είναι επικίνδυνη για κανέναν. Ήταν θα λέγαμε μια πολιτική σύγκρουση για τα τηλεοπτικά δελτία, χωρίς όμως το επίδικο να αναδεικνύεται σε κοινωνικό ζητούμενο, μιας και κανείς από τους “συγκρουόμενους” δεν ενδιαφερόταν να το εντάξει σε μια προσέγγιση θεσμικού εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας.
 Για τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις της Αριστεράς η πολιτική ανυπακοή αφορούσε πάντα την υπεράσπιση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που παραβιάζονταν ή εξαλείφονταν Η ανυπακοή ως τέτοια πράξη εμπεριείχε το στοιχείο της διακινδύνευσης, όχι μόνο της σωματικής ακεραιότητας αλλά και της ζωής αυτού που την έπραττε . Θυμίζουμε χαρακτηριστικά ότι το 80-81 δόθηκαν μάχες για να καταθέτουν στεφάνια οι οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης - που δεν είχαν ακόμη αναγνωρισθεί – σε σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής. Όταν αυτό γινόταν κατορθωτό δεν ήταν πάντα χωρίς απώλειες, όπως συνέβη με τη δολοφονία του μέλους του ΚΚΕ, αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Τάσου Μαγλαρίδη στην κατάθεση στεφανιού στη Νεάπολη, μετά από επίθεση της Χωροφυλακής.
 Τα επεισόδια όμως της 28ης Οκτωβρίου δεν χαρακτηρίζονται ούτε από μια διάθεση υπεράσπισης πολιτικών δικαιωμάτων, ούτε από την ανάδειξη ενός συλλογικού αντιεθνικιστικού αιτήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρειη Washington Post: «Οι διαδηλωτές αποτελούνταν από αριστερούς, αναρχικούς, νεο-ναζί, ανθρώπους που έχουν κουραστεί από τις πολιτικές λιτότητας της κυβέρνησης, καθώς και από οπαδούς της τοπικής ομάδας Ηρακλής που "έπεσε" από την πρώτη κατηγορία, εξαιτίας οικονομικών παρατυπιών». Τα επεισόδια σημαδεύονται από την μηδενιστική εκδοχή της αγανάκτησης. Χωροθετούνται από την θεοποίηση της Πράξης απέναντι στην ορθολογικότητα της Σκέψης. Ιεροποιούν την κατά μόνας “μούτζα” χωρίς το συμβατό πλαίσιο συλλογικών διεκδικήσεων. Αναδεικνύουν την άρνηση κάθε είδους διαμεσολάβησης, την ύπαρξη κάθε είδους συλλογικού και πολιτικού υποκειμένου, προς όφελος των ατομικών πράξεων και της κατ' ουσίας υπονόμευσης του αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον. Υπερασπίζονται έναν θολό σκοπό χωρίς να δίνουν σημασία στα μέσα. Σε αυτό το πλαίσιο πόσο δικαιολογημένη είναι η αποπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας ;
 Η αγανάκτηση των εργαζόμενων πολιτών είναι δικαιολογημένη. Η άνιση κατανομή των βαρών έχει επιτελεστεί με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο. Δεν είναι όμως δικαιολογημένη η αγανάκτηση των εθνικά απόντων (φοροδιαφεύγοντες, προσοδοθήρες, συντεχνίες με διαπραγματευτική ισχύ με πρώτη και καλύτερη την οικονομική ελίτ). Στη χώρα μας είναι συνηθισμένο να ενοποιούνται όλες οι κοινωνικές ομάδες στην εκμετάλλευση του δημόσιου χώρου που λειτουργούσε ως ο τελικός πάροχος ευμάρειας. Πολλοί αγανακτούν για τις περιορισμένες πια δυνατότητες του πελατειακού συστήματος να τους προσφέρει τις δανεικές ανέσεις του παρελθόντος – μικρές ή μεγάλες. Αυτός ο συνωστισμός αγανακτούντων για διάφορους λόγους ,ο μη διαχωρισμός τους σε αγανακτούντες λόγω απώλειας των πελατειακών πλεονεκτημάτων και σε αγανακτούντες λόγω της άνισης κατανομής των βαρών εις βάρος της μισθωτής εργασίας και του κοινωνικού κράτους, η συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος και η μηδενιστική απάντηση στο ερώτημα “μετά την κρίση τι;” μειώνουν το αξιακό φορτίο του αγώνα και συσκοτίζουν τις προθέσεις και τους στόχους του. Επιτρέπεται έτσι να αγανακτούν όλοι εναντίον όλων.
 Η αγανάκτηση και το δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών να αγωνίζονται , να απεργούν , να διαδηλώνουν δε σημαίνει ταυτόχρονα και δικαίωμα να παραβιάζονται τα δικαιώματα και να προσβάλλεται η ανθρώπινη και πολιτική υπόσταση των άλλων. Οι ύβρεις και απόδοση μειωτικών χαρακτηρισμών, η λεκτική και η απροκάλυπτη σωματική βία δεν πρέπει να εγγράφονται στο DNA της Αριστεράς. Δεν υποστηρίζουμε ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο. Γι' αυτό και δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε απόψεις που μεταφράζουν τα επεισόδια ως “λαϊκή εκδήλωση ιερής αγανάκτησης και οργής”. Όσο φανερή είναι η αγανάκτηση άλλο τόσο αναγκαία είναι η ισχυροποίηση των δημοκρατικών αξιών. Η Αριστερά δεν έχει κανένα δικαίωμα έναντι της ιστορίας της να συνδράμει σε ένα κράμα αντικοινοβουλευτισμού που τροφοδοτεί την ακροδεξιά λογική συρρίκνωσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Διότι ποιος δεν καταλαβαίνει ότι οι ύβρεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, οι μούτζες, ο χαρακτηρισμός “προδότες” στους πολιτικούς δεν τροφοδοτούν την εκτροπή και δεν ανοίγουν το δρόμο για αντιδραστικές λύσεις; Οι πολίτες που ασφυκτιούν από το σημερινό δύσμοσμο πολιτικό σκηνικό και κατεβαίνουν στους δρόμους δεν είναι αναλώσιμο υλικό για επιβεβαίωση αριστερών επαναστατικών ονειρώξεων, αναρχικών δυστοπιών ή της όποιας εθνικιστικής μανιέρας. Αντίθετα συμμετέχουν σε μια συγκρουσιακή στιγμή που πρέπει να γίνει η απαρχή μιας νέας σύνθεσης, της ανάδειξης ενός νέου εθνικού δρώντα που θα σημάνει επαναπροσδιορισμό των χρήσιμων δυνάμεων για τον τόπο και την δημοκρατία.
 Από την άλλη η δημόσια εικόνα της χώρας σε αυτή τη φάση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο .Η χώρα αυτή δεν μπορεί να συμπεριφέρεται στο οικονομικό πεδίο ως τοξικό και στο πεδίο των κοινωνικών διεργασιών ως χώρο που δεν κατανοεί την κρισιμότητα της φάσης την οποία διέρχεται. Δηλαδή η όποια κοινωνική διεργασία παρά του ότι διέρχεται μέσα από τους διαύλους της ενδεχομενικότητας, έχει όλες εκείνες τις βάσεις για την ανάδειξη της θετικής λύσης. Έχει δηλαδή κάποιες σταθερές που δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τις αξίες της δημοκρατίας, του διαλόγου, της χρησιμότητας για το κοινωνικό σύνολο. Η δημόσια εικόνα έχει να κάνει και με το βαθμό αξιοπιστίας, κυρίως προς στο εξωτερικό, αλλά και με το βαθμό ασφαλούς και ευημερεύουσας ζωής στο εσωτερικό. Αυτό βέβαια έχει σχέση με την πράξη των κυβερνώντων αλλά και με την πράξη των πολιτών. Φυσικά δεν εννοούμε μια υποκύπτουσα κοινή γνώμη αλλά μια συντεταγμένη κοινή γνώμη που αγωνίζεται για την δημοσιονομική εξυγίανση και τις αναγκαίες ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις.
 Η συλλήβδην καταδίκη του πολιτικού συστήματος, που αναμφισβήτητα έχει βαλτώσει και έχει νεκρώσει τις όποιες δημιουργικές δυνάμεις παραμένουν στη χώρα, κρύβει έντεχνα τις παθογένειες αυτού του συστήματος. Αυτό θα ήταν κάτω από οποιασδήποτε άλλες συνθήκες εποικοδομητικό και πιθανόν λυτρωτικό. Όμως τώρα το μόνο που καλλιεργεί είναι ο αντικοινοβουλευτισμός και η σχοινοβασία πάνω σε τεντωμένο σχοινί.

*Για την συγγραφή του άρθρου πολύτιμες ήταν οι σκόρπιες σκέψεις του Σάκη Παπαθανασίου